Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Διήγημα: Μεθυσμένος από πατρίδα


του Γλαύκου Μελάκη *

Ψιτ! Κύριε πόλισμαν; Εγώ σε φώναξα...εγώ !
Ο τύπος από δώ, φίλος μου είναι…..δε λέω, αλλά.....αλλά παρεκτρέπεται. Με είπε… έτσι δεν είπες, ρε; ..…"άνανδρο" με είπε. Παρακαλώ να συλληφθεί… Εξύβριση ! Εκτός κι αν ανακαλεσει.....ή το διορθώσει... Πως δεν ήθελε να πεί "άνανδρος" αλλά “άνυδρος”.... Τότε, ναι, να τον συγχωρήσω.....
Ε, ναί. Δεν με πειράζει το άνυδρος… Άνυδρος σημαίνει "χωρίς νερό".
Τι;;; Δεν το ξέρεις, όργανο; Δεν έχουμε νερό, πιά… ΚΑΙ το νεράκι, τέρμα ! Τώρα δίψα ! Δεν φτάνει η πείνα… όχι… Πρέπει καί να διψάσουμε… Αλλιώς, πώς; ….Πως αλλιώς θα μάς γονατίσουνε; Ε;; ξεχνάτε; Ξεχνάτε, ρε;;; όλοι σας;
… Ε, λοιπόν: Εγώ δεν ξεχνάω:

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγές
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.
Που ηχούν, που ηχούν
καί που τις προσκυνάμε !

Ναί, ξημέρωσαν πάλι οι μέρες τής φτώχειας τού ‘36, τής πείνας τού ‘40, τής ξενητειάς τού '50 καί τού '60, τα χρόνια τού χωροφύλακα. Μόνο το 69 δεν λέει να εμφανιστεί. 'Ντάξει, δεν γελάει το χειλάκι μας, να χαρεί όμως το γλωσσάκι μας, βρε αδελφέ...
Άσε με κύρ' όργανο. Ναί. Κι αυτόν. Άστονα ! Τι να πάει μέσα….Έτσι κι αλλιώς "μέσα" είμαστε όλοι. Κι εσύ, κι ο άλλος… ΟΛΟΙ, μωρέ ! Όλοι…Καί πιό πολύ αυτοί που δεν το ξέρουν… Ε, χωροφύλακα; Το ξέρεις πως….είσαι φυλακή…μαζί μας… Αλλά ‘γω… κοιτάτε με. Ξέρω να τους τρελλαίνω… Έλα, έλα… ΚΑΝΤΕ ΧΩΡΟ, να πάρει ! Τραγούδι καί χορός είναι το δικό τους μαρτύριο… το δικό μας βάλσαμο… Μπρος, στην άκρη:

Πέτα πουλάκι μου μακρυά,
μακρυά στην άκρηα τ' ουρανού,
στην άπιαστη την Λευτεριά,
στην ευλογία τού Θεού...

Ώωωπα. Ωπ !Τί στο δ... Έπεσα... Τι με κοιτάτε, ρε; Δεν βλέπετε; Γλυστράει το πάτωμα!
Ε, τώρα, όχι... δεν σηκώνομαι. Κάτω τα ξερά σας. ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΚΑΤΩ... Έτσι, στο ύψος τής πατρίδας μου....έχει πολύ χώρο κάτω...στα ψηλά είναι το πρόβλημα...δεν έχει συγγενείς εκεί...μήτε αδέλφια...μήτε....ΜΗΤΕ ΚΙ ΑΕΡΑ.....Θα μού πείς, σάματις έχει αέρα ‘δω κάτω;;; Λίγος κι εδώ, αλλά...αλλά δεν είναι αποπνικτικός... Καί είναι κι ότι τον μοιραζόμαστε ακόμα κι αυτόν...
Μπά; Ξάπλωσες δίπλα μου, τώρα φίλε; Ξεχάσαμε τα προσβλητικά καί κάτι "άνανδρος" που μάς φίλεψες; Ας είναι... Δε μού λες: 'Κείνος ο γυιός σου... στο Ντουμπάϊ...Τι κάνει; ...Κλαίει, ε; Κλαίει κι αυτός... Ναί, ρε, αλλά, γαμώτο μου, κλαίει γιατί 'ναι μακρυά απ' την πατρίδα. Εμείς.... εμείς γιατί κλαίμε, ρε ;;;... Αφού στην πατρίδα είμαστε.. Άσε με να την φιλήσω πάλι... Το χώμα της... Να, έτσι... Κάθε 'μέρα το κάνω,,, Κι ας έχει γεύση μπότας καί κοπριάς. Κοπριά κοράκου.... Να ξέρεις, γίνεται γόνιμο... Βάλε δάκρυ κι εσύ... Έλα, φίλε... Να, δες: Καί το όργανο κλαίει,.. Κλαίει μαζί μας ! Θά 'χει παιδιά κι αυτός... Μη καί γι’ αυτά δεν φοράει την στολή του;;; Καί σαν την βγάζει... βράδυ, μόνο τότε γυρνάει  τα εικονίσματα τού πατέρα καί τής μάννας του, να βλέπουν προς τα μέσα... Τι ‘ναι ντροπή μεγάλη τέτοια στολή σε τέτοιο παληκάρι...Κοίτα τον πως κλαίει... κλάψ’τε! Ναί... ναί, ξέρουμε... οι άντρες δεν κλαίνε... Μα ‘μεις εδώ, δεν κλαίμε σαν άντρες. σαν Έλληνες κλαίμε ... γιατί οι Έλληνες κλαίμε πάντα ! Τόσος καϋμός... πόσος καϋμός ! Τόση Χίος....τόση Σμύρνη...τόσα  χωριά καμμένα, τόσα Καλάβρυτα...τέτοια Πηγάδα... τόσοι βασηλιάδες... πόσοι χίτες κι ελλασίτες... καί Πήλιος Γούσης καί... Καί τώρα.... τώρα "αυτοί" ! Καϋμός πολύς, φίλε. Πόνος αιώνων... δάκρυα να πνιγεί ο κόσμος όλος. Τόσα που ρίξαμε, κι ακόμα τα μάτια μας έχουν από δαύτα... ανάθεμα, ανάθεμα ! Τα δάκρυά μας σκεπάσαν τις Θερμοπύλες, ξεχύλησαν τον Σαγγάριο, πνίξαν την Αλεξάνδρεια, πλημμύρησαν τους Δελφούς, μάς έπνιξαν ! ΜΑΣ ΕΠΝΙΞΑΝ, όλα μάς πνίγουνε... Πότε οι κρεμάλες τών Γερμανών, πότε οι Τσέτες, πότε η ξενητειά καί πάντα τούτοι οι αφόρητοι Δεσποτάδες καί προσκυνημένοι πολιτικοί μας... καί τα κομμούνια....ναί κι αυτά... που νοιάζονται, λέει. Χα....Να έχουμε τη διχόνια μας...κι αυτοί τον μπεζαχτά τους...Απείραχτον !
Μπρος σήκω ! Έλα. Πάμε τώρα... Πώς την είπες εκείνη την ταινία; Το καουμπόϊκο που σ’ αρέσει; Να το δούμε....Έχεις καί κρασί; Ωραία ! Έλα.... πάρε τα πόδια σου.... Η γή θα ‘χει πάντα λίγο χώρο γιά  τους Έλληνες... καί γιά το κρασί τους. Θα ‘χει μαϊστρο η θάλασσά μας, φορτωμένον τραγούδια... Σμυρναίϊκα καί ρεμπέτικα...καί λαϊκά... Να σκεπάζουν τις ψαλμωδίες καί τα “κυρελέησον” που μολύνουν την ακοή καί την ανάσα μας... κι άστους να ψάχνουν γιατί το λάδι μας να λάμπει καί το κρασί μας να ‘ναι τόσο διάφανο. Δεν θα τους το πούμε, ε; Δεν θα πούμε ότι έχουν δάκρυ γιά μυρωδικό τους... θα το πούμε; Όχι... όχι ! Μήτε γιά τα κορίτσια μας θα πούμε....οπού ‘χουν σπέρμα τιτάνων να βυζαίνουν...
Α, μπράβο.. όρθιος φίλε. Καί τώρα βάδιζε...σαν γιά να βγείς στην πίστα, ρε αδελφέ.... έτσι πες...γιά την τελευταία ζεϊμπεκιά ! Με το βλέμμα ψηλά...προς την Ακρόπολη...καί το στήθος έξω. Έξω ! Όπως τα παληκάρια τής Καισαριανής. ΒΑΔΙΖΕ ΣΤΗΤΟΣ...γιατί.... γιατί μάς βλέπουν, φίλε, ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ! Έλα να τους ξαφνιάσουμε... Το ‘χουν ξανακάνει οι πατεράδες μας. Κι οι μάννες μας....καί ‘κείνοι,,,, ΕΚΕΙΝΟΙ ! Που δεν τους βρήκαμε ποτέ ...Οι άταφοι... Ήρωες που δεν τους θρήνησε κανείς, αλλά η πατρίδα δακρύζει κάθε που βλέπει στις Θερμοπύλες, στο Πέτα, στην Αλβανία... στο Ρούπελ....Μη νομίζεις. Ξέρει η πατρίδα σε ποιούς χρωστάει...δεν περιμένει τα βιβλία τους να το μάθει...έχει τα δικά της. Κάθε τους σελίδα βαρειά σαν σπαθί, με γράμματα από μολύβι καυτό καί χαρτί κόκκινο... ξέρουμε γιατί ‘ναι κόκκινο, ε; Ξέρουμε ! Όλη η γής το ξέρει πως το μερτικό μας σε αίμα τους κρατάει λεύτερους καί γνωστικούς...Όλοι το ξέρουν... Ακόμα κι αυτοί.... πιότερο όλων το ξέρουν...οι εβραίοι... Σαν γιατί λύσσαξαν νομίζεις;
Λοιπόν...φτάσαμε... σ’ αφήνω... τράβα σπίτι σου, ή όπου σε βγάλει η βραδυά...Όπου καί να πας Ελλάδα θα ‘ναι. Πληγή που ‘χει βάλσαμό της τα χνάρια σου πάνω της ! Μην μού το ξεχάσεις, φιλαράκο μου... καί στα παιδιά. Πες το στα παιδιά ! Γιατί η πληγή που θα χουν στην φροντίδα τους θα ‘ναι πιο βαθειά καί πιο μεγάλη απ’ αυτή που ήταν μερτικό μας... Έτσι λέω... Πρέπει να μάθουν. Να ‘ναι έτοιμα.... Γιατί έχουν μύριους ιερούς λόγους  κι έναν ακόμα, βαρύ σαν σταυρό: Την πατρίδα !

Στο καλό φίλε... στο καλό... Καί... καί μην κοιμηθείς, παρακαλώ...

* Ο Γλαύκος Μελάκης είναι πάντα σε ηλικία γάμου. Ερωτευμένος με την γλώσσα καί τους ανθρώπους της, ανιχνεύει το βουερό πέλαγος τής γραφής, πιλοτάροντας σωστική λέμβο. Έχει υποστεί πολλά ατυχήματα στην προσπάθειά του να συνδέσει την κλασική γραφή με τους σύγχρονους εραστές της. Αδιαφορεί. Γράφει κατά μόνας, κατά παραγγελίαν καί κατά τού κεφαλιού του. Κυρίως αρέσκεται στην ανάσυρση ζώντων από τα έγκατα τής ψυχής καί στην αποκάλυψη τών δαιμόνων, που κατατρύχουν τον σύγχρονο άνθρωπο, εν αγνοία του, αλλ' εμφανώς.
Τα έργα του είναι μικρής έκτασης, το μεν γιατί ο πλούτος τής γλώσσας μας λοιδωρεί τους φλύαρους, το δε γιατί η εποχή μας βρίθει από αναγνώστες συνθημάτων.
Τα λοιπά ληξιαρχικά στοιχεία τού βιογραφικού του αποδίδονται με την φράση: Γεννήθηκε νωρίς, έφαγε τού σκασμού, μέθυσε πολύ, χόρεψε αφιονισμένα καί τραγούδησε στεντορείως, χωρίς να χρησιμοποιήσει όργανα τού κορμιού του. Επιμένει σε αυτό ακόμα καί σήμερα. Λατρεύει την κραιπάλη, ο χαμένος
 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...