Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Διήγημα : Ο σφαγέας


του Δημήτρη Απέργη *

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις εξήμιση ακριβώς. Άπλωσε το χέρι και το έκλεισε. Ύστερα ανακάθισε στο κρεβάτι και κοιτάχτηκε στον ραγισμένο οβάλ καθρέφτη του μπουντουάρ. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Είδε πάλι το ίδιο όνειρο. Όπως κάθε νύχτα. Το ίδιο όνειρο, ξανά και ξανά.

Το ράγισμα του καθρέφτη ξεκινούσε από την κορφή ως μια ισχνή γραμμή και ύστερα γινόταν ολοένα εντονότερη και μεταμορφωνόταν σε ένα ορμητικό ποτάμι μέχρι κάτω, κόβοντας με τον τρόπο αυτόν το πρόσωπό του σε δύο ημισφαίρια. Κάποια μέρα θα τον ξεφορτωνόταν και θα αγόραζε άλλον. Όχι σήμερα.
Έκανε ένα κρύο ντους, ύστερα κάπνισε το πρώτο τσιγάρο της ημέρας και ήπιε τον συνηθισμένο καφέ της κακιάς ώρας που έμοιαζε να ‘ναι φτιαγμένος από πετιμέζι. Έφυγε με το αυτοκίνητο για την δουλειά στις επτά και εννέα πρώτα λεπτά προ μεσημβρίας.
Έφτασε στα σφαγεία στις επτά και τριάντα έξι πρώτα λεπτά προ μεσημβρίας.  Αντάλλαξε αδιάφορες και τυπικές καλημέρες με τους αγουροξυπνημένους συναδέλφους και μπήκε στα αποδυτήρια για να βάλει την λευκή ολόσωμη στολή. Άρχισαν να καταφθάνουν και τα φορτηγά με τα αρνιά, και η δουλειά ξεκίνησε στις επτά και πενήντα έξι πρώτα λεπτά προ μεσημβρίας.
Τα αρνιά μπήκαν σε μια λωρίδα και κατευθύνονταν με βελάσματα προς τον αρχικό θάλαμο σφαγής όπου τα περίμενε εκείνος. Με ένα απαλό βελούδινο κεφαλοκλείδωμα άρπαζε ένα-ένα τα αρνιά και με μια γρήγορη κίνηση του χεριού περνούσε το απολυμαγμένο λεπίδι στον λαιμό του αρνιού κόβοντας την καρωτίδα. Ένα αιμάτινο σιντριβάνι ανάβλυζε μετά το πέρασμα του λεπιδιού. Πριν καταλάβει το αρνί τι του είχε συμβεί, εκείνος γράπωνε τα πισινά του πόδια και με τα εξασκημένα του χέρια το σήκωνε ψηλά και το κρεμούσε ανάποδα στο τσιγκέλι. Έπειτα του έδινε μια γερή σπρωξιά και το τσιγκέλι κυλούσε με θόρυβο πάνω στην ράγα προς τον επόμενο θάλαμο όπου το αρνί θα πήγαινε για το γδάρσιμο της προβιάς, ύστερα για την αφαίμαξη και κατόπι για την εξαγωγή των εντοσθίων και το «στόλισμα». Μέχρι να φτάσει για γδάρσιμο, το αρνί θα είχε χάσει ολοκληρωτικά τις αισθήσεις του λόγω της απώλειας αίματος από την καρωτίδα.
Η μέρα κύλησε όπως όλες οι άλλες εργάσιμες μέρες της εβδομάδας. Ανέμισε το λεπίδι του εκατοντάδες φορές. Τα βελάσματα χάνονταν μέσα στους γοργούς ρυθμούς και την πίεση του χρόνου. Το κατακόκκινο αίμα πλημμύρισε τα δάπεδα και τα σιφόνια. Κατακόκκινη βάφτηκε και η στολή του.
Κάποια στιγμή κατέφθασε και ο Ηνίοχος. Ήταν γύρω στους πενήντα όλοι τους. Είχαν μαζί τους τέσσερα αυτοκίνητα κι ένα βαν τα οποία πάρκαραν έξω από το προαύλιο των σφαγείων. Στήθηκαν έξω από τα συρματοπλέγματα. Κρατούσαν διάφορα πλακάτ, ανάμεσά τους και ένα που έμοιαζε με παιδική ζωγραφιά από κόκκινη μπογιά και απεικόνιζε ένα αρνί με ένα μαχαίρι χωμένο στο λαιμό του με χοντρές σταγόνες από αίμα να χύνονται από την πληγή και την λέξη «ΦΟΝΟΣ» γραμμένη με παχιά κόκκινα γράμματα από κάτω.
«Καλώς τους.» χασκογέλασε ένας συνάδελφος.
Ήταν γραμμένο στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. Ήταν ένα μικρό άρθρο. Έγραφε: «Σήμερα, ώρα 13:00 μ.μ., η φιλοζωική οργάνωση ΗΝΙΟΧΟΣ θα πραγματοποιήσει φιλειρηνική διαδήλωση στο πεδίο έξω από τα σφαγεία της πόλεως. Η διαδήλωση της οργάνωσης θα τελεσθεί  στα πλαίσια της καμπάνιας των εναντίον του σφαγιασμού των ζώων.» Οι εν λόγω κύριοι ήταν όλοι τους χορτοφάγοι και αποσκοπούσαν στο να προσηλυτίσουν ολόκληρο τον πλανήτη στην χορτοφαγία, έτσι έλεγε το άρθρο. Ο καθένας με την τρέλα του, σκέφτηκε όταν το διάβασε.
Δύο νεαροί του Ηνίοχου έφεραν εμπρός ένα πανό τυλιγμένο σε δυο δοκάρια. Ο ένας νεαρός από αριστερά κράτησε ακίνητος το ένα δοκάρι και ο άλλος, κρατώντας το άλλο δοκάρι, άρχισε να το ξετυλίγει προς τα δεξιά. Το πανό ήταν άσπρο με κόκκινα γράμματα. Έγραφε: «ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΤΕ ΕΙΝΑΙ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ». Ο φωτορεπόρτερ της εφημερίδας τριβέλιζε σαν παλαβός το πανό τραβώντας φωτογραφίες από διαφορετικές γωνίες.
Δύο άλλοι της οργάνωσης έφεραν εμπρός έναν μουσάτο τυφλό μεσήλικα. Το πρόσωπό του ήταν καταχωνιασμένο πίσω από τα μεγάλα μαύρα γυαλιά και τα παχιά γένια. Ήταν ο αρχηγός τους. Ένας τρίτος του έδωσε μια ντουντούκα. Ο τυφλός αρχηγός την έβαλε στο στόμα του και είπε:
«Αγαπητοί συνάνθρωποι, η μουσική εξημερώνει τα κτήνη που βρίσκονται μέσα στους ανθρώπους.»
Ύστερα έδωσε την ντουντούκα σε κάποιον άλλο ο οποίος με την σειρά του την σύνδεσε με ένα καλώδιο στο κασετόφωνο ενός αυτοκινήτου. Τότε άρχισε να βγαίνει μουσική από την ντουντούκα. Ήταν όπερα. Ήταν η άρια Κάστα Ντίβα από την «Νόρμα» του Μπελίνι. Ο τραγικός έρωτας της Κέλτισσας ιέρειας Νόρμα για τον Ρωμαίο ανθύπατο Πολιόνε ο οποίος αρνείται την Νόρμα για χάρη της ωραίας Αδαλγίσας. Φυσικά, κανείς από τους εργαζόμενους στα σφαγεία δεν το γνώριζε αυτό. Κανείς εκτός από εκείνον. Εκείνος το γνώριζε. Λόγω του πατέρα. Ο πατέρας είχε πρόβλημα με τον προστάτη και άκουγε την συγκεκριμένη άρια κάθε πρωί επειδή τον βοηθούσε στην ούρηση.
Όλο το μέρος μετατράπηκε σε ένα υπαίθριο μέγαρο μουσικής και βυθίστηκε μέσα στην μελωδική φωνή της Νόρμας και στους ήχους των πνευστών και των εγχόρδων. Τα βελάσματα των αρνιών έμοιαζαν πια με μια χορωδία που συμπλήρωνε το σύνολο.
[σ.σ.: Ο συντάκτης αυτού του αφηγήματος έκρινε την παράθεση ενός περιστατικού ως μείζονος σημασίας για την ουσία και την εξέλιξη της ιστορίας. Κατά την διάρκεια της ακρόασης της άριας Κάστα Ντίβα, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής του αφηγήματος βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν είδε ένα από τα αρνιά προς σφαγή να παράγει δάκρυα από τα μάτια του και να βελάζει με τρόπο που παρέπεμπε σε ανθρώπινο λυγμό. Το αρνί έμοιαζε παραδόξως να συγκινείται από την μουσική της άριας. «Ποιος διάολος να μπήκε άραγε μέσα σε σένα;» είπε ο ανώνυμος πρωταγωνιστής πριν προβεί στον σφαγιασμό του ζώου ως όφειλε.] 
Η σοπράνο άγγιζε την μακρόσυρτη νότα του Tempra o Diva. Και ύστερα με το υψηλόφωνο παιχνίδισμα της φωνής: Tempra tu de cori argenti, tempra ancoralo zelo audace, spargi in terra quella pace, che regnar tu fai nel ciel.
 Η άρια τελείωσε με ένα μελαγχολικό φινάλε. Και αφού τελείωσε η άρια, τα μέλη του Ηνίοχου στηθήκαν σιωπηλά για δύο ή τρία λεπτά πίσω από τα συρματοπλέγματα κρατώντας το πανό και τα πλακάτ. Και ύστερα, το ίδιο σιωπηλά, μπήκαν στα αυτοκίνητα και έφυγαν.
Η βάρδια τελείωσε στις τέσσερις και έντεκα πρώτα λεπτά μετά μεσημβρίαν. Πήγε στα αποδυτήρια και άλλαξε. Έφυγε με το αυτοκίνητο από τα σφαγεία στις τέσσερις και είκοσι οκτώ πρώτα λεπτά μετά μεσημβρίαν.
Η ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στο δυστύχημα έχει ως εξής: Στα μισά της διαδρομής, αισθάνθηκε την ανάγκη να καπνίσει. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και ύστερα έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του πουκαμίσου του και έκανε να το ανάψει. Ο αναπτήρας δεν λειτουργούσε. Η πέτρα είχε χαλάσει. Ψέλλισε κάποιες βρισιές μέσα από τα δόντια. Πάτησε τον αναπτήρα του αυτοκινήτου και περίμενε μέχρι να πυρακτωθεί. Μόλις ο αναπτήρας πυρακτώθηκε, τον έβγαλε και έκανε να ανάψει το τσιγάρο. Την στιγμή εκείνη, η ρόδα του αυτοκινήτου πάτησε μια λακούβα στην άσφαλτο. Ο κραδασμός τον έκανε να χάσει τον αναπτήρα από το χέρι του. Ο αναπτήρας έπεσε στα πόδια του. Βλαστήμησε. Έκανε να τον πιάσει. Το τιμόνι ξέφυγε από τα χέρια του. Η νταλίκα ερχόταν από το αντίθετο ρεύμα.
 Η κόρνα της νταλίκας έβγαλε ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό. Τα προειδοποιητικά φλας άναψαν όλα κατακόκκινα μπροστά του. Έκανε μια απότομη άγαρμπη κίνηση στο τιμόνι. Ήταν η λάθος κίνηση. Οι εικόνες πέρασαν αστραπιαία από μπροστά του. Το τρομαγμένο βλέμμα του στον εσωτερικό καθρέπτη. Η μούρη της νταλίκας να έρχεται καταπάνω του. Το καπό του αυτοκινήτου να γίνεται σμπαράλια. Το παρμπρίζ να εκρήγνυται σε θρύψαλα. Το εσωτερικό αμάξωμα να τσαλακώνεται μεμιάς σε άμορφη μάζα.
«Καταραμένα τσιγάρα. Όντως θέτουν σε κίνδυνο την υγεία.» ήταν η τελευταία του σκέψη καθώς η σκισμένη λαμαρίνα έκοβε με φόρα το λαρύγγι του.
Σκοτάδι.
Όταν άνοιξε τα μάτια, δεν έβλεπε παρά ακανόνιστα σχήματα. Προσπάθησε να σταθεί όρθιος αλλά ήταν αδύνατο. Τα πόδια του ήταν αδύναμα. Έμεινε ξαπλωμένος στο γρασίδι μέχρι να μπορέσει να σηκωθεί. Η ανάσα της μητέρας φυσούσε στο πρόσωπό του.
Κατάφερε και στάθηκε στα τέσσερα όπως εκείνη. Η μητέρα ήταν τυλιγμένη στην απαλή προβιά της. Εκείνος δεν είχε τέτοια προβιά. Τρίκλισε λίγο και έπεσε κάτω. Τα πόδια του ήταν ακόμα πολύ αδύναμα για να περπατήσει. Το λαρύγγι του ήταν στεγνό. Ένας ξεφτισμένος λυγμός κατάφερε να βγει από τον φάρυγγά του.
Η μητέρα πρόταξε τον υγρό μαστό της στο στόμα του. Τα χείλη του σούφρωσαν σαν από δική τους βούληση και άγγιξαν τον μαστό. Άρχισε να πιπιλίζει. Το γάλα κατέβαινε στο λαρύγγι του. Ρούφηξε τον μαστό με βουλιμία, τέτοια που πόνεσε την μητέρα.
Κάποτε άρχισε να τρώει και εκείνος χορτάρι από το έδαφος όπως και οι υπόλοιποι στο κοπάδι. Κι όταν κάποτε θέλησε να ακούσει την φωνή του, έβγαλε ένα ισχυρό βέλασμα. Ίδιο με τα βελάσματα των υπολοίπων αρνιών.
Το άρωμα της μητέρας έμεινε βαθιά χαραγμένη μέσα του. Λειτουργούσε σαν ελιξίριο. Ακόμα κι όταν μια μέρα βρήκε την μητέρα απογυμνωμένη από την προβιά της, το ζαρωμένο πετσί της όλο εκτεθειμένο. Ακόμα κι όταν μια άλλη μέρα την βρήκε καβαλημένη από έναν αφηνιασμένο αρσενικό πάνω στην ράχη της. Κάποτε η μητέρα χάθηκε. Την έψαξε ανάμεσα στους υπόλοιπους αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Ένιωσε την απώλεια. Το άρωμα χάθηκε από τα ρουθούνια του. Για κάμποσο καιρό το χορτάρι δεν είχε γεύση. Ο ήλιος έκανε νωχελικά τους κύκλους του στον ουρανό. Το ίδιο νωχελικά απλωνόταν και η νύχτα.
Τίποτε το αξιοσημείωτο δεν συνέβη κατά την παραμονή του στο κοπάδι, πέραν ίσως εκείνου του μαγικού συναπαντήματος με την τριανταφυλλιά. Η τριανταφυλλιά είχε ξεφυτρώσει μόνη κι έρημη μέσα στο καταπράσινο λιβάδι. Την πλησίασε παραξενευμένος από το βαθυκόκκινο χρώμα των ανθών της. Ήταν ένα χρώμα κόκκινο ζωηρό, αδιαμφισβήτητο στην ουσία του, σαφώς εντονότερο από το κόκκινο χρώμα του ουρανού κατά το ηλιοβασίλεμα. Μελέτησε από κοντά τα τριαντάφυλλα που είχαν τα εξωτερικά τους πέταλα ανοιγμένα απογυμνώνοντας τα νεογνά μπουμπούκια που δειλιασμένα χάριζαν το πρώτο χαμόγελο στο ηλιόφως. Ο βοσκός φυσούσε την φλογέρα του και, στις αχνές νότες της μελωδίας, η τριανταφυλλιά ταλαντευόταν παραδομένη σε έναν αψήφιστο χορό. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τέτοιο κόκκινο χρώμα.
Μια μέρα ένα φορτηγό κατέφθασε στο λιβάδι. Άνθρωποι ήρθαν και μάζεψαν εκείνον με τα υπόλοιπα αρνιά του κοπαδιού μέσα στην καρότσα του φορτηγού. Έμεινε εκεί μέσα μαζί με τους άλλους. Το φορτηγό άρχισε να κινείται.  
Όταν το φορτηγό σταμάτησε, οι άνθρωποι ήρθαν και κατέβασαν εκείνον μαζί με τους υπόλοιπους από την καρότσα. Είδε ότι είχαν φτάσει σε ένα γκρίζο κτίριο περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Άνθρωποι με λευκές στολές έβαλαν εκείνον και τους υπόλοιπους σε μια λωρίδα. Όλα τα αρνιά προχώρησαν βελάζοντας στην λωρίδα. Μία ιδιαίτερη μυρωδιά έφτανε στα ρουθούνια του. Ήταν μια μυρωδιά που έκανε κάποιους στην λωρίδα να τρέμουν από τον φόβο.
Αυτοκίνητα εμφανίστηκαν έξω από τα συρματοπλέγματα του γκρίζου κτιρίου. Από τα αυτοκίνητα βγήκαν άνθρωποι που κρατούσαν πλακάτ και πανό με κόκκινα σύμβολα των ανθρώπων. Από το πλήθος τους ξεπρόβαλλε ένας άνθρωπος με μαύρα γυαλιά και παχιά γένια. Έβαλε μια ντουντούκα στο στόμα του και η φωνή του ακουγόταν βροντερή. Είπε σε ακατανόητη ανθρώπινη γλώσσα: «Αγαπητοί συνάνθρωποι, η μουσική εξημερώνει τα κτήνη που βρίσκονται μέσα στους ανθρώπους.»
Ύστερα μέσα από τη ντουντούκα βγήκε μια άλλη φωνή. Μια γυναικεία φωνή που τραγουδούσε: Κάστα Ντίβα.
Τα αρνιά προχώρησαν στην λωρίδα υπό τους ήχους της μουσικής και της γυναικείας φωνής. Η μελωδία της άριας που ερχόταν στ’ αυτιά του δεν του προκαλούσε παρά μονάχα ένα ανεπαίσθητο κέντρισμα μελαγχολίας. Συνέχισε να βαδίζει με τους υπόλοιπους στην λωρίδα δίχως να γνωρίζει πού πηγαίνουν.
Τότε ήταν που αντίκρισε εκείνον τον άνθρωπο με την κοκκινοβαμμένη στολή. Ήταν εκείνο το βαθύ κόκκινο χρώμα που είχε πρωτοσυναντήσει στους ανθούς εκείνης της έρημης τριανταφυλλιάς. Και ύστερα μελέτησε το πρόσωπο εκείνου του ανθρώπου με την κοκκινοβαμμένη στολή, κι έμοιαζε το πρόσωπο εκείνο με τα νεογνά μπουμπούκια που ξεπρόβαλλαν από το εσωτερικό των τριαντάφυλλων. Και έμοιαζε το πρόσωπο εκείνο σα να ‘ταν το ακρότατο σημείο των πάντων, οι απαρχές και το τέλος του κόσμου. Και δεν μπορούσε παρά να κλάψει γοερά στην όψη εκείνου του προσώπου, σαν να επιδίδονταν μέσα του η χαρά και η λύπη σε μια απόκρυφη συνουσία, σα να ενώνονταν σε μία αλόγιστη έκσταση.
«Ποιος διάολος να μπήκε άραγε μέσα σε σένα;» είπε ο άνθρωπος σε ακατανόητη ανθρώπινη γλώσσα, και άστραψε το λεπίδι του.
Ένιωσε ένα τσούξιμο στο λαρύγγι του. Ύστερα βρέθηκε κρεμασμένος ανάποδα. Απόμεινε κρεμασμένος ανάποδα να κοιτάζει τον άνθρωπο με την κοκκινοβαμμένη στολή, ώσπου το κόκκινο αίμα κάλυψε τα δακρυσμένα του μάτια. Και βυθίστηκε ολόκληρος μέσα στο κόκκινο χρώμα του αίματος. Βαθυκόκκινο χρώμα, όπως το βαθυκόκκινο χρώμα των ανθών της τριανταφυλλιάς.  
 Tempra tu de cori argenti, tempra ancoralo zelo audace, spargi in terra quella pace, che regnar tu fai nel ciel.
Σκοτάδι.
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις εξήμιση ακριβώς. Άπλωσε το χέρι και το έκλεισε. Ύστερα ανακάθισε στο κρεβάτι και κοιτάχτηκε στον ραγισμένο οβάλ καθρέφτη του μπουντουάρ. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Είδε πάλι το ίδιο όνειρο. Όπως κάθε νύχτα. Το ίδιο όνειρο, ξανά και ξανά.
  

●●●●

* Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα. Σπούδασε ΜΜΕ και Κινηματογράφο στην Αγγλία. Ζει και εργάζεται στην Λάρισα.  [ facebook ] [ e-mail ] [ ιστολόγιο ]


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...