Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Διήγημα : Saved by the fish


του Δημήτρη Απέργη *

Το όνομά μου είναι Φρανκ Άρμπογκαστ. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ ξεκινά χτες το βράδι. Ήμουν στο σπίτι μου στο Παλμ Μπητς με τον Ντέιβιντ και την Σούζαν. Η Σούζαν είναι η γυναίκα μου. Το σπίτι μου είναι απόμερο. Μια μονοκατοικία στην πλαγιά του βουνού, παρέα με τα έλατα. Περνούσαμε την βραδιά παίζοντας μπριτζ. Ήμασταν στην τέταρτη παρτίδα. Εγώ έπινα μπέρμπον. Είχα κατεβάσει το μισό μπουκάλι. Εκείνοι έπιναν τζιν. Τότε ένιωσα το χτύπημα στο κεφάλι. Ήταν από πίσω. Έπεσα με τα μούτρα στο περσικό χαλί και τα πάντα σκοτείνιασαν.
Όταν συνήλθα, είδα ότι βρισκόμουν μέσα στην αγαπημένη μου κίτρινη Κάντιλακ El Dorado. Την λάτρευα εκείνη την Κάντιλακ. Ήταν μοντέλο του ’67, συλλεκτική. Την είχα αγοράσει από κάποιον που ήταν το ίδιο άρρωστος με μένα για τα παλιά καλά αυτοκίνητα. Είχε βαρέσει πτώχευση και χρειαζόταν τα χρήματα. Την αγόρασα τριάντα χιλιάδες δολάρια.
Ήμουν ακόμα ζαλισμένος από το χτύπημα. Ίσως έφταιγε και το μπέρμπον. Δεν ένιωθα τα άκρα μου. Είχαν μουδιάσει. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ήμουν στην θέση του οδηγού. Το αμάξι μύριζε ουίσκι. Εγώ μύριζα ουίσκι. Είδα δίπλα μου το άδειο μπουκάλι. Κάποιος το είχε αδειάσει πάνω μου και πάνω στα καθίσματα.
Το αμάξι άρχισε να κινείται. Αργά. Κοίταξα τον εσωτερικό καθρέπτη. Η Σούζαν και ο Ντέιβιντ έσπρωχναν το αμάξι. Είδα μπροστά τον γκρεμό. Από κάτω η θάλασσα. Δεν χρειαζόμουν διδακτορικό στην φιλοσοφία για να καταλάβω τι συνέβαινε.
Το καθίκι… Το περίμενα από την σκύλα. Αλλά εκείνος… Ήμασταν από πέντε χρονών μαζί. Πήγαμε στο ίδιο κολλέγιο. Μια ολόκληρη ζωή. Ο καλύτερος φίλος μου. Και τώρα τα διέγραψε όλα για μια γκόμενα. Την γυναίκα μου. Η Σούζαν βέβαια δεν είναι οποιαδήποτε γκόμενα. Του δίνω αυτό το ελαφρυντικό. Σκατά.
Όσο για την σκύλα, δεν περίμενα τίποτα λιγότερο. Μου την είχε στημένη. Μπορούσα ήδη να την φανταστώ να δίνει την κατάθεσή της στον μπάτσο (κανέναν καλοθρεμμένο χαρτογιακά με γλειμμένο μαλλί) γεμάτη οδύνη για το τραγικό μου δυστύχημα: «Μου είχε πει ότι θα ήταν σε ταξίδι στην Καλιφόρνια για δουλειές. Δεν τον περίμενα μέχρι μεθαύριο. Ο Φρανκ έπινε πολύ. Ακόμα κι όταν οδηγούσε.» Θα φορούσε και το μαύρο γυαλί για να κρύψει την θλίψη της. Καργιόλα γυναίκα.
Βρισκόμουν πια στο χείλος του γκρεμού. Το αμάξι άρχισε να χάνει την ισορροπία του. Ταλαντεύτηκε λίγο. Ύστερα πήρε τον κατήφορο της πλαγιάς. Πήγαινα με μεγάλη ταχύτητα. Άκουγα γδούπους και σπασίματα. Ένας βράχος χτύπησε το ντεπόζιτο. Το αμάξι άρπαξε φωτιά. Έβλεπα τις φλόγες από δεξιά μου. Το παρμπρίζ ράγισε. Η φωτιά μπήκε μέσα. Το χυμένο ουίσκι άρπαξε φωτιά. Τα ρούχα μου λαμπάδιασαν. Το κεφάλι μου άναψε σαν σπίρτο. Γινόμουν παρανάλωμα. Ένιωθα τις φλόγες στο πρόσωπό μου. Κατάπιναν τα μαλλιά μου. Ήμουν ακόμα μουδιασμένος και δεν καταλάβαινα πόνο. Μέχρι που η φωτιά άρχισε να καταπίνει το δεξί μου μάτι. Ένιωσα το αμφιβληστροειδή να λιώνει, και η κολλώδης ουσία τσιτσίριζε πάνω στο μάγουλό μου. Έβγαλα ένα ουρλιαχτό που πρέπει να ακούστηκε ίσαμε το Τέξας.
Το αμάξι έπεσε στο κενό. Και ύστερα προσέκρουσε στην θάλασσα με ένα δυνατό παφλασμό. Ήταν τόσο δυνατή η σύγκρουση με τα παγωμένα νερά ώστε το καπό τσαλακώθηκε σαν αλουμινόχαρτο. Η μηχανή του αυτοκινήτου μπήκε μέσα στο εσωτερικό αμάξωμα. Ένιωσα τον κινητήρα να χώνεται με ορμή στην κοιλιά μου. Τα σπλάχνα μου άνοιξαν διάπλατα.
Τα παγωμένα νερά ανακούφισαν το τσουρουφλισμένο μου δέρμα. Η Κάντιλακ ολοένα και βυθιζόταν. Έκανα μια ενστικτώδη προσπάθεια με τις λειψές μου δυνάμεις να απεγκλωβιστώ από το αμάξι. Τότε ανακάλυψα πως ο κινητήρας του αυτοκινήτου είχε κολλήσει στην κοιλιά μου. Ήταν αδύνατο να τον ξεκολλήσω από μέσα μου. Είχε γίνει πια ένα με μένα. Ήμουν σαν γκαστρωμένος και κυοφορούσα έναν κινητήρα αυτοκινήτου στην κοιλιά. Αν ξέμπλεκα ποτέ απ’ αυτήν την ιστορία, θα έπρεπε να νοσηλευτώ σε μαιευτήριο αντί για νοσοκομείο. Ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι, μου φαίνεται αστείο.
Η Κάντιλακ χτύπησε τον βυθό μ’ έναν γδούπο. Το αμάξωμα έσπασε και άνοιξε στα δύο. Τώρα μου ήταν πιο εύκολο να απεγκλωβιστώ και να αναδυθώ στην επιφάνεια. Όμως και πάλι, έπρεπε να αναλογιστώ το βάρος του κινητήρα στην κοιλιά μου.
Τότε εμφανίστηκαν τα δύο σκυλόψαρα. Μυρίστηκαν το αίμα. Με πλησίασαν ανοίγοντας διάπλατα τα στόματά τους για να με αποτελειώσουν. Μου έδειξαν απειλητικά τις κοφτερές στους οδοντοστοιχίες. Ελάτε γαμιόληδες. Σας περιμένω.
Έχωσα τα δάχτυλά μου στην θαλάμη της μπαταρίας του αυτοκινήτου και άγγιξα τα ηλεκτρόδια. Ένιωσα το ρεύμα να με διαπερνά και η καρδιά μου άρχισε να πάλλεται σαν λυσσασμένη εκτοξεύοντας με ορμή το αίμα από τις ανοιχτές πληγές μου. Οι δύο γαμιόληδες ακούμπησαν τις μουσούδες τους πάνω μου. Ένας εκτυφλωτικός σπινθήρας άστραψε ανάμεσα σε μένα και στα ψαροκορμιά τους. Ο ένας έφυγε σοκαρισμένος με την ουρά στα σκέλια. Ο άλλος γύρισε ανάσκελα και άρχισε να ανεβαίνει ψόφιος αργά-αργά προς την επιφάνεια. Την πατήσατε κορόιδα…
Κατάφερα και απεγκλωβίστηκα από τ’ αμάξι. Προσπάθησα να αναδυθώ στην επιφάνεια αλλά ήταν αδύνατο. Το βάρος του κινητήρα στην κοιλιά μου ήταν μεγάλο. Αφέθηκα για λίγο στα ρεύματα του βυθού. Πολύ σύντομα θα πνιγόμουν. Δεν μπορούσα να κρατήσω την αναπνοή μου περισσότερο.
Τότε είδα να έρχεται από μακριά μια ασημένια αύρα. Έκανε διάφορα παιχνιδίσματα μέσα στα παγωμένα νερά της θάλασσας και ερχόταν ολοένα καταπάνω μου. Όταν με πλησίασε αρκετά, μπόρεσα να την αναλύσω καλύτερα με το ένα μάτι που μου ‘χε απομείνει. Διέκρινα χιλιάδες (ίσως και εκατομμύρια) μικροσκοπικά ψαράκια τα οποία κάτω από το σεληνόφως σχημάτιζαν αυτές τις ασημένιες ανταύγειες. Είχαν αντιληφθεί το αίμα από μακριά και ήρθαν όλα μαζί σε ένα κοπάδι για να πάρουν το δικό τους μερίδιο.
Είχα ξαναδεί τα συγκεκριμένα ψάρια. Σε ένα ντοκυμανταίρ στην τηλεόραση. Κινούνταν σε μεγάλα κοπάδια των εκατομμυρίων και ήταν λάτρεις του φρέσκου αίματος των θηλαστικών. Όταν αντιλαμβάνονταν αίμα, κατευθύνονταν με μεγάλη ταχύτητα προς το σημείο και ύστερα -μορφώνοντας ένα κύκλο- γυρνούσαν με κυκλική τροχιά στο πεδίο του αίματος ούτως ώστε να τραφούν όλα μαζί δίκαια, ισόποσα και με την σειρά. Ο αφηγητής του ντοκυμανταίρ αστειεύτηκε πως τα ψάρια αυτά αντιπροσώπευαν την τέλεια κοινωνία. Όλοι ίσοι, κανείς ανώτερος ή κατώτερος, κανείς βασιλιάς.
Σχημάτισαν μπροστά μου έναν κύκλο και άρχισαν να κινούνται παίρνοντας το αίμα. Κάμποσα από αυτά κατευθύνθηκαν προς το έναν κομμένο μου πνεύμονα και –χρησιμοποιώντας τα σώματά τους- κατασκεύασαν μια πανοπλία συμπληρώνοντας έτσι το κενό της πληγής. Το ίδιο συνέβη και με τις κομμένες σάρκες μου. Περιεργάστηκα τις πανοπλίες από κοντά με το ένα μου μάτι. Τα ψάρια ήταν στοιχισμένα το ένα μετά το άλλο, ο πισινός κρατούσε με το στόμα του την ουρά του μπροστινού. Με αυτόν τον τρόπο –σχηματίζοντας δηλαδή αυτές τις πανοπλίες- διατηρούσαν τα όργανά μου ζωντανά και αυτοτελή. Δεν είχα καταλάβει ακόμα για ποιον λόγο το έκαναν αυτό.
Τα ψάρια που κινούνταν σε κυκλική τροχιά σχημάτισαν τότε έναν μεγαλύτερο κύκλο του οποίου η περίμετρος έφτανε ίσαμε την επιφάνεια της θάλασσας. Συνέχισαν να κινούνται κυκλικά ερχόμενα παράλληλα σε επαφή με τα ψάρια της πανοπλίας. Ξαφνικά αισθάνθηκα οξυγόνο στους πνεύμονές μου. Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν ανέπνεα, κι όμως δεν μου έλειπε η αναπνοή. Τότε κατάλαβα τι συνέβαινε. Τα ψάρια του κύκλου έπαιρναν οξυγόνο από την επιφάνεια και το μετέφεραν στα ψάρια της πανοπλίας. Τα ψάρια της πανοπλίας μετέφεραν το οξυγόνο στους πνεύμονες και έδιναν παράλληλα αίμα στα ψάρια του κύκλου. Με αυτόν τον τρόπο με κρατούσαν ζωντανό. Και με κρατούσαν ζωντανό, όχι επειδή ήταν καλοί Σαμαρείτες αλλά επειδή έτσι διατηρούσαν το αίμα φρέσκο.
Παρασύρθηκα για κάμποσες ώρες μέσα στα ρεύματα του βυθού με αυτόν τον μεγάλο ασημένιο κύκλο που ένωνε το στέρνο μου με την επιφάνεια της θάλασσας. Ένιωθα πανάλαφρος, σαν να ήμουν πλασμένος από αιθέρια ύλη. Αιθέρια ύλη!... Ποιος να το περίμενε ότι εγώ, ο Φρανκ Άρμπογκαστ, θα χρησιμοποιούσα τέτοιες ποιητικές εκφράσεις για να περιγράψω την εμπειρία μου. Όλοι μας τελικά –ακόμα και οι πιο επίπεδοι τύποι όπως εγώ- κρύβουμε μέσα μας έναν τζιτζιφιόγκο ποιητή.
Μία μέδουσα πέρασε από δίπλα μου. Το χρώμα της ήταν κατάλευκο, φωσφορίζον όπως οι πλαστικές νιφάδες χιονιού που στολίζουν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Κουνούσε ρυθμικά τα διάφανα πλοκάμια της, και στην τροχιά της άφηνε από πίσω μία λεπτεπίλεπτη γραμμή που λαμπίριζε κιτρινωπά σαν να ήταν φτιαγμένη από χρυσόσκονη.
Μέσα στον σκοτεινό βυθό της θάλασσας, όλες οι έγνοιες και τα τρέχοντα αυτού του κόσμου έμοιαζαν ολωσδιόλου μάταια και κενά. Ο κόσμος ολόκληρος –και μαζί με τον κόσμο κι εγώ ο παλιοΦρανκ μ’ όλα μου τα παλιοβιώματα- συγκεντρώνονταν μέσα σε εκείνη την λεπτεπίλεπτη χρυσίζουσα γραμμή της μέδουσας, την γραμμή που έμοιαζε άλλοτε τεντωμένη σε ευθεία και άλλοτε στροβίλιζε παιχνιδιάρικα φτιάχνοντας σχήματα και περιγράμματα όλων των ειδών. Άλλοτε με πλησίαζε σαν να ΄θελε θαρρείς να μου δείξει την χρυσοποίκιλτη υφή της και άλλοτε απομακρυνόταν δυσδιάκριτη σχηματίζοντας ένα αχνό χαμόγελο μέσα στον σεληνοφωτισμένο ωκεανό. Πόσο ανούσιος αλλά και πόσο ανούσια γλυκός φαινόταν αλήθεια ο κόσμος μέσα σε κείνη την σκανδαλιάρικη γραμμή…! Διάολε. Μπας κι έπρεπε να είχα γίνει ποιητής;
Με την άκρη του ματιού μου διέκρινα ηλεκτρικές λάμψεις να αστράφτουν κάμποσα μέτρα από κάτω μου. Κατάφερα και έστρεψα το πρόσωπό μου για να δω τι ήταν αυτές οι λάμψεις και τότε είδα τα δύο ηλεκτροφόρα χέλια που έμοιαζαν να χόρευαν τανγκό μεταξύ τους και έβγαζαν ηλεκτρικούς σπινθήρες κάθε φορά που αγγίζονταν με τα φιδίσια κορμιά τους. Τα χέλια γύρισαν ταυτόχρονα τα κεφάλια τους και με κοίταξαν. Ύστερα με πλησίασαν και άρχισαν να με περιεργάζονται κουνώντας τις ουρές τους πέρα-δώθε σαν κουτάβια. Με περιεργάστηκαν για κάμποσα λεπτά χωρίς να με αγγίξουν. Και ύστερα έφυγαν συνεχίζοντας το ηλεκτρισμένο τανγκό τους.
Είχα χάσει πλέον την αίσθηση του χρόνου. Σε ό,τι με αφορούσε, εκεί μέσα στην θάλασσα θα μπορούσαν να είχαν περάσει και αιώνες. Οι ώρες του χρόνου μέσα στον ωκεανό έμοιαζαν να πνίγονται αβοήθητες και να διαθλώνται στο χλωμό σεληνόφως και ύστερα να αφανίζονται δίχως ίχνος μέσα στα σκοτάδια του βυθού. Διάολε… Ναι, ποιητής…
Δεν είχα ιδέα που βρισκόμουν (από γεωγραφικής απόψεως) όταν ένιωσα το δίχτυ να τσουβαλιάζει εμένα και εκατοντάδες άλλα ψάρια και μαλάκια και χταπόδια μέσα σε μία συμπαγή μάζα. Και όταν το δίχτυ μας έβγαλε όλους έξω στον παγωμένο αέρα της νύχτας, μπόρεσα και είδα με το ένα μου μάτι το αλιευτικό που μας περιμάζεψε. Ο γερανός του αλιευτικού μας σήκωσε ψηλά και μας έστρεψε προς την κεντρική καμπίνα. Και ύστερα –με έναν αυτόματο μηχανισμό- το δίχτυ άνοιξε και το σώμα μου έπεσε βαρύ μαζί με την υπόλοιπη ψαροσοδειά μέσα στην δεξαμενή.
Εκεί στην δεξαμενή, βρίσκονταν τρεις σκληραγωγημένοι ψαράδες που ξεκίνησαν επιτόπου να ξεδιαλέγουν την χρήσιμη σοδειά. Στα γυμνασμένα χέρια τους φορούσαν μαύρα λαστιχένια γάντια, μακριά μέχρι τους αγκώνες. Τότε ήταν που άκουσα την κραυγή αγωνίας του ενός σαν με αντίκρισε. «Meu Deus!» αναφώναξε και έστρεψε το κεφάλι του από την άλλη κάνοντας εμετούς στο δάπεδο. Δεν τον αδικώ. Κατανόησα απόλυτα την αντίδρασή του. Εσείς πώς θα αντιδρούσατε αν αντικρίζατε ένα μισοκαμένο ανθρώπινο σώμα, καλυμμένο κατά το ήμιση με μια πανοπλία μικροσκοπικών ψαριών στις ορθάνοιχτες πληγές και με έναν κινητήρα αυτοκινήτου χωμένο στην κοιλιά;
Σύντομα ήρθε και το υπόλοιπο πλήρωμα και άρχισαν όλοι τους να με περιεργάζονται. Διαισθανόμουν την αποστροφή στις εκφράσεις των προσώπων τους μπροστά σε αυτό το αποκρουστικό θέαμα. Ο ένας τους έσκυψε πάνω μου για να διαπιστώσει αν είμαι ζωντανός. Όταν κατάλαβε την αναπνοή μου, γύρισε έκπληκτος στους άλλους και τους το είπε. Με περιτριγύρισαν –ήταν εφτά ή οκτώ από δαύτους- και ξεκίνησαν μια μακρά συζήτηση για το τι έπρεπε να με κάνουν. Άρπαζα κάμποσες λέξεις από δω κι από κει. Μιλούσαν τις περισσότερες κουβέντες στα πορτογαλικά. Είπαν κάτι για κάποιον δόκτωρ Άλβαρεζ  και αμέσως συμφώνησαν μεταξύ τους. Ήμουν ανήμπορος να αντιδράσω ή να κάνω την παραμικρή κίνηση. Όμως έστω και σ’ αυτήν την κατάκοιτη κατάστασή μου, μπόρεσα κι ένιωσα μέσα μου ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης για εκείνους τους ανθρώπους που φιλοτιμήθηκαν να με βοηθήσουν. Φυσικά, ήμουν πολύ αφελής. Βιάστηκα να συγκινηθώ στο άκουσμα του δόκτωρ Άλβαρεζ χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τι σόι γιατρός μπορεί να ήταν ο κύριος.
Με ακούμπησαν πάνω σε μία ξύλινη τάβλα και ύστερα έβαλαν πλώρη για το λιμάνι. Ποιο λιμάνι, θα αναρωτιέστε. Αυτό ακριβώς αναρωτήθηκα κι εγώ. Έμεινα παραλυμένος πάνω στην τάβλα για κάμποση ώρα, μέχρι που το αλιευτικό μπάρκαρε επιτέλους σε εκείνο το άγνωστο λιμάνι βγάζοντας έναν πνιχτό ουρλιαχτό από την σειρήνα. Ήρθαν τέσσερεις από το πλήρωμα και με χώσανε όπως-όπως μέσα σε έναν μπόγο πλεγμένο από τριχιές. Δύο από τους ψαράδες με σηκώσαν στους ώμους τους και με κουβάλησαν έξω στην προβλήτα. Αυτό μου κίνησε τις υποψίες. Γιατί να με κουβαλάνε κρυμμένο μέσα σε εκείνον τον μπόγο; Γιατί να μην καλέσουν ασθενοφόρο ή έστω εκείνον τον μυστηριώδη δόκτωρ Άλβαρεζ;
Καθώς με κουβαλούσαν στην προβλήτα του λιμανιού, μπορούσα και μύριζα τις αναμμένες πίπες των ναυτικών που με προσπερνούσαν. Κάποιοι από δαύτους κοντοστέκονταν με περιέργεια επεξεργαζόμενοι το μυστηριώδες περιεχόμενο του μπόγου. Οι ψαράδες με φόρτωσαν στο κάρο ενός φορτηγού και ξεκίνησαν. Μέσα στο σκοτάδι του μπόγου με τρώγαν οι σκέψεις. Πού με πήγαιναν άραγε; Το φορτηγό διένυσε κάμποσα μίλια και ύστερα σταμάτησε. Οι ψαράδες άνοιξαν την θύρα του φορτηγού και με ξεφόρτωσαν.
Με κουβάλησαν σε ένα κτίριο. Κατάλαβα ότι ήταν κτίριο γιατί ένιωθα τα βήματά τους καθώς ανέβαιναν τα σκαλοπάτια των ορόφων. Έφτασαν σε κάποια πόρτα και την χτύπησαν με τις βαριές γροθιές τους. «Εμπρός;» ακούστηκε μια φωνή με λατινική προφορά από μέσα. «Δόκτωρ Άλβαρεζ; Είμαι ο Χιούγκο μαζί με τον Χοσέ. Σου έχουμε φέρει εμπόρευμα.» αποκρίθηκε ο ένας ψαράς, και η πόρτα άνοιξε.
Μπήκαν μέσα και είπαν μεταξύ τους κάμποσες κουβέντες στα πορτογαλικά. Ύστερα με ακούμπησαν πάνω σε ένα κρύο τραπέζι. Ένα χειρουργικό νυστέρι ξεκίνησε να κόβει κατά μήκος τον μπόγο, και ο μπόγος άνοιξε. Αντίκρισα τον περίφημο Δόκτωρ Άλβαρεζ να με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. Ήταν ένας ψηλός τύπος, μεσήλικας, με φαρδιούς ώμους και με ένα κεφάλι ασύμμετρα μικρό σε σχέση με την υπόλοιπη σωματική του διάπλαση. Φορούσε τεράστια γυαλιά μυωπίας με λεπτό σκελετό, και είχε μια καλογυαλισμένη φαλάκρα στο πάνω μέρος του κεφαλιού που αντανακλούσε το φως της λάμπας φθορίου στο ταβάνι. Ένα περιποιημένο τραγίσιο μουσάκι ξεφύτρωνε από το πηγούνι του. «Droga!» αναφώνησε κοιτάζοντας με δέος.
Οι ψαράδες ξεκίνησαν τα παζάρια με τον Δόκτωρ Άλβαρεζ. Ζήτησαν χίλια δολάρια για «ολόκληρο το εμπόρευμα» όπως με χαρακτήρισαν. Ο Δόκτωρ Άλβαρεζ πρόβαλλε ενστάσεις: «Χίλια δολάρια γι’ αυτό το απολειφάδι;» είπε.
«Είναι ζωντανός, δεν είναι; Σίγουρα θα το βγάλεις κι εσύ το κέρδος σου.» αποκρίθηκε ο Χιούγκο.
«Κι επειδή είναι ζωντανός, τι σημαίνει αυτό;» είπε ο Δόκτωρ Άλβαρεζ. «Για ρίξ’ του μια καλύτερη ματιά. Ο τύπος είναι κατεστραμμένος. Ο μισός είναι καλυμμένος από αυτά τα μικροσκοπικά ψάρια. Κοίτα τα όργανά του. Κοίτα το συκώτι, κοίτα τα νεφρά, κοίτα αυτούς τους πνεύμονες. Πώς θα τα πουλήσω αυτά έτσι όπως είναι γεμάτα ψάρια; Και μην ξεχνάς ότι πρέπει να αφαιρέσω και αυτόν τον κινητήρα από την κοιλιά του. Έχεις ιδέα πόσο λεπτή θα είναι αυτή η δουλειά; Ξέρεις πόσο δύσκολο θα μου είναι να ξεκολλήσω αυτόν τον κινητήρα από την κοιλιά του και να τον κρατήσω παράλληλα ζωντανό;»
«Δηλαδή τι θέλεις να μας πεις; Ότι σου είναι εντελώς άχρηστος;» γρύλισε ο Χοσέ.
Ο Δόκτωρ Άλβαρεζ άρχισε να με περιεργάζεται με λεπτομέρεια.
«Χμ, δεν είναι εντελώς άχρηστος.» είπε. «Η καρδιά είναι σε καλή κατάσταση. Θα σας δώσω τριακόσια δολάρια για την καρδιά.»
Ο Χιούγκο και ο Χοσέ κοιταχτήκαν μεταξύ τους και έγνεψαν το κεφάλι καταφατικά. Ο Δόκτωρ Άλβαρεζ άνοιξε το συρτάρι του δρύινου γραφείου του και έβγαλε από μέσα ένα μάτσο δολάρια τυλιγμένα με μια χάρτινη λωρίδα. Οι ψαράδες τα φυλλομέτρησαν στα γρήγορα, είπαν ένα ξερό ευχαριστώ και έφυγαν.
Ο Δόκτωρ Άλβαρεζ έπιασε το τηλέφωνο πάνω στο γραφείο του και άρχισε να πατάει νευρικά τα πλήκτρα. Η γραμμή απάντησε, και ο Δόκτωρ άρχισε να συνεννοείται σε μισά πορτογαλικά. Από τις κουβέντες του κατάλαβα ότι συνομιλούσε με τον χειρούργο κάποιου νοσοκομείου και του έκανε παζάρια για την καρδιά μου. Και για το μάτι μου, εκείνο που γλίτωσε την φωτιά. Αφού συμφώνησε την τιμή που ήθελε, έκλεισε το τηλέφωνο και φόρεσε την λευκή ολόσωμη στολή που είχε κρεμασμένη στον σιδερένιο καλόγηρο.
Γύρισε κατά το μέρος μου και είπε με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά: «Και τώρα αμίγκο, ήρθε η ώρα να βγάλω κάμποσα φράγκα από σένα. Εσύ μείνε μονάχα ακίνητος όπως είσαι, και όλα θα πάνε μια χαρά.»
Φόρεσε το χειρουργικό σκουφί στο κεφάλι και ύστερα το κάλυμμα στο στόμα. Έφερε κοντά του τον λαμαρινένιο πάγκο με τα χειρουργικά νυστέρια. Με κοίταξε στο πρόσωπο.
«Να ξέρεις ότι σε ζηλεύω.» είπε. «Ο κόσμος παραείναι μάταιος για να γραπώνεσαι στην ζωή με νύχια και με δόντια. Ο θάνατος είναι πιο γλυκός απ’ ότι τον φανταζόμαστε, και είναι η μοναδική μας ελπίδα μέσα σε αυτή την τραγική πεζότητα της ζωής. Και στην κατάσταση που βρίσκεσαι, αμίγκο, ο θάνατος είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι.»
Φόρεσε τα λευκά ελαστικά γάντια στα χέρια του και άρπαξε το νυστέρι από τον πάγκο. Είδα από κοντά τα λεπτά μακριά δάχτυλά του και ύστερα τυφλώθηκα από την υπνωτική λάμψη του νυστεριού.
«Και τώρα κάτσε απολύτως ακίνητος, αμίγκο. Μην ανησυχείς καθόλου. Σε λίγο όλα θα τελειώσουν πια για σένα.» ψιθύρισε και με την κοφτερή μύτη του νυστεριού άγγιξε το στέρνο μου.
Με την άκρη του ματιού μου είδα το μεγάλο γυάλινο δοχείο όπου ο Δόκτωρ θα τοποθετούσε την ολοζώντανη καρδιά μου. Όταν άγγιξε το κρύο νυστέρι στο στέρνο μου, ένιωσα όλα αυτά τα μικροσκοπικά ψάρια που συναπάρτιζαν την πανοπλία μου να σπαρταρούν σαν από ένστικτο. Ήταν θαρρώ το ίδιο ακριβώς ένστικτο που τα κρατούσε ακόμα στην ζωή και που τα πρόσταζε να συνεχίσουν να παραμένουν γραπωμένα πάνω μου έστω κι αν τώρα πια βρισκόντουσαν έξω από το νερό. Φανταζόμουν τα σφιγμένα στόματά τους να κρατούν γερά δαγκωμένες τις ουρές των μπροστινών και ύστερα οι μπροστινοί τις ουρές των μπροστινών και ούτω καθεξής. Είχα την δύναμη πια να μετουσιωθώ σε ένα φανταστικό υπερσύγχρονο μικροσκόπιο και να θαυμάσω από κοντά και με κάθε λεπτομέρεια τις κοφτερές οδοντοστοιχίες τους, να προσκυνήσω ξεδιάντροπα σα τιποτένιος χαμάλης τους φονικούς τους κυνόδοντες, να σκύψω ταπεινά το κεφάλι μπροστά σε αυτούς τους γιγάντιους κολοσσούς των Φαραώ.
Όταν το νυστέρι μπήκε μέσα στο στέρνο μου κατά μία ίντσα, ήξερα ότι δεν ήμουν πια παράλυτος. Αυτός ο άνθρωπος (ο άνθρωπος με το σώμα από λέπια, ο άνθρωπος-ψάρι) που είχε μπροστά του ο Δόκτωρ Άλβαρεζ δεν θα έμενε πια κατάκοιτος. Ένιωθα πια την δύναμη μέσα μου να συγκλονίζει τα σωθικά μου και να εξαπολύεται σα χείμαρρος στα άκρα. Τα ψάρια μέσα μου σπαρταρούσαν λυσσασμένα προστάζοντάς με να δράσω.
Άρπαξα το νυστέρι από το χέρι του Δόκτωρ Άλβαρεζ και το άστραψα στο λαρύγγι του. Το πηχτό κόκκινο αίμα πετάχτηκε σα σιντριβάνι από την κομμένη καρωτίδα του.
Ύστερα έκανα μια προσπάθεια να ανασηκωθώ. Δεν ήταν κι εύκολο, πιστέψτε με. Ένιωσα αμέσως μια ζαλάδα στο κεφάλι, και ύστερα η ζαλάδα μετατράπηκε σε ίλιγγο. Κατάφερα και ανακάθισα πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Περίμενα μέχρι να μου περάσει αυτός ο ίλιγγος. Στα πόδια μου, κάτω στο δάπεδο, ο Δόκτωρ Άλβαρεζ σφάδαζε κι αγκομαχούσε προσπαθώντας με τρεμάμενα χέρια να εμποδίσει την αιμορραγία από τον λαιμό του. Πολύ σύντομα θα πέθαινε. Το κόψιμο που του πέτυχα ήταν βαθύ. Απόμεινα να τον κοιτάζω μέσα στο χαροπάλεμά του. Ο τρόπος με τον οποίο ξεψυχούσε, με αυτές τις άγαρμπες και σπαστικές κινήσεις, μου προκαλούσε ένα ένοχο συναίσθημα γλυκιάς ευχαρίστησης. Ήταν ένα συναίσθημα που θεράπευε αργά-αργά τον ίλιγγο στο κεφάλι μου.
Ήταν η πρώτη μου φορά που σκότωνα άνθρωπο. Οι σκέψεις μου για την πράξη αυτή καθαυτή ήταν ανάμεικτες. Δεν ένιωθα τύψεις ή κάποια μεταμέλεια, αυτό είναι σίγουρο. Σα να πάγωσε κάτι μέσα μου, αυτό είναι όλο. Σαν κάποιο κομμάτι του εαυτού μου να έπεσε ακαριαία μέσα σε μια τερατώδη θερμοκρασία πολικού ψύχους και να παρέμεινε έτσι παγερό για πάντα.
Κατάφερα και σηκώθηκα. Ο Δόκτωρ Άλβαρεζ έπαιρνε πια τις στερνές αναπνοές. Το αίμα είχε σχηματίσει μια κόκκινη λίμνη γύρω από το μικροκαμωμένο κεφάλι του. Είδα το μπέρμπον πάνω στο γραφείο του και περπάτησα ίσαμε κει. Με κάποια αρχική δυσκολία, το ομολογώ. Ο κινητήρας στην κοιλιά μου ήταν βαρύς και δεν τον είχα συνηθίσει. Όταν έφτασα το γραφείο είδα και το πακέτο με τα Chesterfield   ακουμπισμένο δίπλα στο μπουκάλι. Τότε ήταν που αισθάνθηκα ένα ψήγμα συμπόνοιας για τον Δόκτωρ που μόλις είχε ξεψυχήσει. Ένας άνθρωπος που σιγοπίνει ένα ποτήρι μπέρμπον και καπνίζει Chesterfield  στις μοναχικές ώρες του γραφείου δεν μπορεί να είναι δα και τόσο κακός.
Κάθισα στην αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου. Κατέβασα δυο γερές γουλιές από το μπέρμπον και ύστερα άναψα ένα Chesterfield. Μόλις ο καπνός του τσιγάρου τρύπωσε στα πνευμόνια μου, τα μικροσκοπικά ψάρια της πανοπλίας ξεκίνησαν πάλι το χαρακτηριστικό μανιασμένο σπαρτάρισμα.
«Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή, μικροί μου μπόμπιρες. Αν πρόκειται να συμβιώσετε μαζί μου και να παραμείνετε γραπωμένοι επάνω μου, το δύο πράγματα που θα πρέπει να ανέχεστε σε μένα είναι η νικοτίνη και ο ξιδιάς.» είπα. Αισθάνθηκα άσχημα που τους μίλησα έτσι. Εδώ που τα λέμε, αυτά τα ψάρια ήταν η κύρια αιτία που ήμουν ακόμα ζωντανός. Χωρίς εκείνα, δεν θα ήμουν παρά ένα διαολοσκόρπισμα με όλα μου τα όργανα ξεχυμένα στο πάτωμα. Ναι, τους χρωστάω ευγνωμοσύνη. Αλλά δεν ήμουν και διατεθειμένος να κόψω τις κακές μου συνήθειες.
Αφού έκανα το τσιγάρο, σηκώθηκα και έκλεισα το φως. Το χειρουργείο του Δόκτωρ Άλβαρεζ βυθίστηκε στο σκοτάδι. Μονάχα το αχνό σεληνόφως της νύχτας έμπαινε από τα ψηλά παράθυρα και τόνιζε με μία ισχνή ασημένια λάμψη τα περιγράμματα των αντικειμένων. Φόρεσα την μακριά γκρίζα καμπαρντίνα του Δόκτωρ που ήταν κρεμασμένη στον καλόγηρο και έβαλα και στο κεφάλι την μαύρη fedora του. Αυτή η μαύρη fedora ήταν πολύ ακριβό καπέλο. Ο Δόκτωρ Άλβαρεζ είχε τα ίδια γούστα με μένα στο ντύσιμο, και αυτό μου προκάλεσε μια ανατριχίλα.
Κοίταξα τον εαυτό μου στον μακρόστενο καθρέπτη. Μελέτησα την μαύρη σιλουέτα μου με το μεγάλο εξόγκωμα του κινητήρα στην κοιλιά. Με την καμπαρντίνα και το καπέλο έδειχνα σαν μια γκαστρωμένη εκδοχή του Φίλιπ Μάρλοου. Μέσα στην μαύρη αυτή σιλουέτα, μονάχα το μάτι μου λαμπίριζε από το σεληνόφως.
Άναψα άλλο ένα τσιγάρο και βάλθηκα να πάρω μια απόφαση για το τι έπρεπε να κάνω. Η μυστηριώδης αυτή πόλη στην οποία βρισκόμουν με καλούσε από το ψηλό παράθυρο. Με καλούσε με τα βρώμικα γκρίζα κτίρια και με τους χτύπους από τις μουσικές στην διαπασών. Με καλούσε με τις μαρκίζες από νέον που βούιζαν από τα βολτ και με τα συνεχή γουργουρητά από τα κλιματιστικά που ξερνούσαν την αιθαλομίχλη. Ποια ήταν άραγε αυτή η πόλη; Πού βρισκόμουν; Αποφάσισα να βγω και να μάθω. Άνοιξα το συρτάρι του γραφείου και τσέπωσα στην καμπαρντίνα όλα τα χαρτονομίσματα  που είχε καταχωνιασμένα ο Δόκτωρ Άλβαρεζ. Μέσα στο συρτάρι βρήκα και ένα περίστροφο. Ήταν γεμάτο. Το πήρα κι εκείνο. Για κάθε ενδεχόμενο.
Βγήκα έξω στον σκοτεινό δρόμο. Ο παγωμένος αέρας της νύχτας μου χτύπησε τα ρουθούνια. Περπάτησα για κάμποσα μέτρα και ύστερα ακολούθησα την στροφή προς την εμπορική οδό. Όταν έφτασα, αντίκρισα κάτι που ποτέ δεν είχα ξαναδεί. Ολόκληρη η οδός ήταν γεμάτη από S&M sex-shops και ημιυπόγεια μπορντέλα. Βάδισα την οδό κοιτάζοντας τις βιτρίνες των μαγαζιών. Πουλούσαν όλα τους τα ίδια σαδομαζοχιστικά αξεσουάρ. Χειροπέδες, τανάλιες, δονητές, δερμάτινα περιλαίμια, μεγάλοι ξύλινοι σταυροί, ναζιστικές στολές, ηλεκτρικούς εκσπερματιστές για βοοειδή, συσκευές για ηλεκτροσόκ, καρφιά, πινέζες, θηλιές από καραβόσκοινο, ζουρλομανδύες, λουριά, φίμωτρα, ξυράφια, φακίρικα κρεβάτια, γιαπωνέζικα σπαθιά σαμουράι, καμινέτα. Και άλλα.
Εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν ότι σε όλες τις βιτρίνες υπήρχαν (ανάμεσα σε όλα τα άλλα) και κρεμασμένα σαλάχια. Σαλάχια διαφόρων μεγεθών με μακριές ουρές. Και σε τιμές τσουχτερές. Ολόκληρος ο δρόμος βρωμούσε ψαρίλα και θάλασσα εξαιτίας αυτών των σαλαχιών. Τι τα ήθελαν άραγε τα σαλάχια οι ψυχανώμαλοι; Παράξενο…
Συνέχισα το περπάτημα ανασκουμπωμένος μέσα στην γκρίζα καμπαρντίνα. Δεν έβλεπα ψυχή στον δρόμο. Μονάχα ομιλίες και βογκητά και σαχλο-beat άκουγα. Χάζευα τα παράθυρα των ημιυπόγειων μπορντέλων. Είχαν όλα τους τις κουρτίνες ανοιγμένες, και οι αρρωστημένες σεξουαλικές πράξεις των πελατών με τα περίεργα βίτσια ήταν όλες εκτεθειμένες στα βλέμματα των περαστικών. Κοντοστάθηκα σε ένα παράθυρο όπου βρισκόταν ένα ολόγυμνο παχυμούστακο μπαρμπάδι με πρησμένη μπυροκοιλιά, κρεμασμένος με λουριά από το ταβάνι και με την φάτσα στον δρόμο, και η δερματοφορεμένη ντομινατρίξ από πίσω τον χτυπούσε στην πλάτη με ένα μαστίγιο. Κάθε φορά που το μαστίγιο τον χτυπούσε, το μπαρμπάδι έβγαζε ένα σκυλίσιο γρύλισμα και το στόμα του έβγαζε αφρούς από σάλια. Όταν πρόσεξε ότι τον χάζευα, απόμεινε να με κοιτάζει σκυθρωπός με τα κουρασμένα μεσήλικα μάτια του αποχαυνωμένα από την ηδονή του πόνου.
Τότε είδα την κοκκινομάλλα πουτανίτσα να στέκεται ακουμπισμένη στην κολώνα, στην γωνία του πεζοδρομίου. Φορούσε ένα μαύρο γυαλιστερό τζάκετ και ένα δερμάτινο μίνι. Στα πόδια φορούσε ένα διχτυωτό καλσόν και ψηλοτάκουνες γαλότσες της κακιάς ώρας. Θαύμασα το πεταχτό κωλαράκι της, και αυτομάτως χάιδεψα με τον αντίχειρα του χεριού μου το μάτσο με τα χαρτονομίσματα στην τσέπη της καμπαρντίνας. Ύστερα από την οδύσσεια που πέρασα, ένα ζεστό μουνί ήταν ό,τι χρειαζόμουν. Έπρεπε να ρίξω έναν πούτσο για να ξελαμπικάρει ο εγκέφαλος, για να ξεχαρμανιάσει ο οργανισμός από τα δεινά και τα βάσανα των τελευταίων ωρών.
«Τι νέα, κούκλα; Τι θα ‘λεγες να πηγαίναμε σε κάνα ξενοδοχείο και να χουχουλιάζαμε μαζί κάτω από τα σεντόνια;» της είπα.
Γύρισε και με κοίταξε με τα γαλαζοπράσινα μάτια της, σκαμμένα στο κάτω μέρος τους από μαύρα ημικύκλια. Δεν μπορούσα να συμπεράνω αν ήταν από το κακόγουστο μακιγιάζ ή από την αγρύπνια.
«Στρίβε μόρτη. Δεν το κάνω με φρικιά. Ο φίλος μου ο Μπιλ δεν το εγκρίνει.» είπε στριφογυρίζοντας το φτηνιάρικο τσαντάκι της γύρω από τον αγκώνα. Δεν χρειαζόμουν διδακτορικό στην φιλοσοφία για να καταλάβω ότι ο Μπιλ ήταν ο νταβάς της.
«Δεν είμαι φρικιό, κούκλα. Είμαι πολλά πράγματα, αλλά όχι φρικιό.» της αποκρίθηκα.
«Σοβαρά; Έχεις κοιταχτεί στον καθρέπτη τελευταία; Και τι διάολο είναι αυτό που κουβαλάς κρυμμένο στην κοιλιά σου;» είπε λοξοκοιτάζοντας το εξόγκωμα του κινητήρα στην καμπαρντίνα.
«Είναι μεγάλη ιστορία, κούκλα. Η γυναίκα μου και ο εραστής της σκηνοθέτησαν το δυστύχημά μου για να με ξεφορτωθούν. Μ’ έχωσαν λιπόθυμο στο αυτοκίνητό μου και ύστερα έσπρωξαν το αυτοκίνητο σε ένα γκρεμό και έπεσα στην θάλασσα. Από την σύγκρουση, ο κινητήρας του αυτοκινήτου βρέθηκε χωμένος στην κοιλιά μου. Κατάφερα να επιβιώσω στην θάλασσα και με ψάρεψε ένα αλιευτικό και –με τα πολλά- βρέθηκα εδώ πέρα. Και για να έχουμε καλό ρώτημα, επειδή δεν είχα την ευκαιρία να μάθω, ποιο μέρος είναι το εδώ πέρα;»
«Θέλεις να πεις ότι δεν γνωρίζεις το Ελ Μπελντράκο;» έκανε εκείνη.
Ελ Μπελντράκο…! Πρώτη μου φορά το άκουγα αυτό το μέρος…
«Ελ Μπελντράκο… Πρώτη μου φορά το ακούω.» είπα.
«Δεν σε αδικώ. Το ξέρουν μόνο εκείνοι που το επισκέπτονται. Έχεις ακούσει ποτέ την έκφραση κωλοτρυπίδα του κόσμου;» χαμογέλασε εκείνη.
«Ναι. Έτσι δεν αποκαλούσαν το Βιετνάμ οι βετεράνοι του πολέμου;» είπα.
«Βιετνάμ… Ξέχνα το Βιετνάμ. Σε σύγκριση με το Ελ Μπελντράκο, το Βιετνάμ είναι η Ντίσνεϋλαντ. Καλώς ήλθες στην κωλοτρυπίδα του κόσμου.» αποκρίθηκε.
Άναψα ένα Chesterfield και τα ψάρια της πανοπλίας μου ξανασπαρτάρησαν μανιασμένα.
«Ευχαριστώ κούκλα. Είσαι πολύ ευγενική. Και τώρα, στο θέμα μας. Τι θα ‘λεγες να επισημοποιήσουμε το καλωσόρισμα με ένα ξεγυρισμένο πηδηματάκι; Θα περάσουμε καλά, πίστεψέ με. Είμαι τόσο ματσωμένος που ίσως σε κεράσω και αστακό άμα είσαι καλό κορίτσι.» είπα και έβγαλα από την τσέπη μια χούφτα από τσαλακωμένα δολάρια.
Στην θέα των δολαρίων το βλέμμα της πουτανίτσας άστραψε από λαγνεία. «Φαίνεσαι εντάξει τύπος τελικά. Πάμε σ’ ένα ξενοδοχείο που ξέρω.» είπε και φύγαμε μαζί.
Στον δρόμο συστηθήκαμε. Τ’ όνομά της ήταν Νταϊάν. Περνώντας έξω από ένα S&M shop την ρώτησα για τα σαλάχια που έβλεπα κρεμασμένα στις βιτρίνες.
«Ουάου… Στ’ αλήθεια δεν έχεις ιδέα για το Ελ Μπελντράκο.» είπε. «Τα σαλάχια είναι το σήμα κατατεθέν του Ελ Μπελντράκο. Από τις ουρές τους φτιάχνονται τα καλύτερα μαστίγια. Οι κάτοικοι προτιμούν πάντοτε τα μαστίγια από σαλάχια γιατί ο πόνος που προκαλούν είναι φυσικός και πραγματικά τσουχτερός. Γι’ αυτό και οι τιμές τους είναι υψηλές.»
Απορία ελύθη.
Δεν έλειψαν και τα απρόοπτα. Στον δρόμο πετάχτηκε ξαφνικά εμπρός μας ένα πρεζόνι με τα δόντια σφιγμένα από την έλλειψη της δόσης και με τις φλέβες στα χέρια του πεταγμένες σαν συρματοπλέγματα από τα αλλεπάλληλα τρυπήματα. Κρατούσε ένα σουγιά γραπωμένο στην γροθιά του και μας τον ανέμισε απειλητικά.
«Τα λεφτά σας! Τα λεφτά σας τώρα γιατί θα σας χαρακιάσω και τους δυο με τούτο δω!» γρύλισε κουνώντας τον σουγιά πέρα-δώθε.
«Πάρε δρόμο, αλητάμπουρα. Πέρασα μια μακρά και κουραστική νύχτα, και βιάζομαι να ρίξω έναν πούτσο στην δεσποινίδα. Πήγαινε παρακάτω να βρεις κανέναν άλλον.»  του είπα.
«Εσένα, καργιόλη, θα σε χαρακιάσω πρώτον! Και ύστερα θα χώσω το μαχαίρι στον κώλο της πουτάνας και θα την γαμήσω με το μαχαίρι! Χαχαχαχαχα» κάγχασε σπασμωδικά το πρεζόνι.
«Διάλεξε ένα σημείο και κόπιασε να χαρακιάσεις.» του είπα και άνοιξα την καμπαρντίνα μου μπροστά του σαν κανένας διεστραμμένος επιδειξίας.
Στην αποκρουστική θέα του σακατεμένου σώματός μου και του κινητήρα που προεξείχε από την κοιλιά μου, το πρεζόνι έβγαλε μια υστερική στριγγλιά τρόμου. Την έκανε λούης σε ένα σοκάκι παραδίπλα και άρχισε να ξερνάει απανωτά στο κρύο τσιμέντο. Εγώ και η Νταϊάν συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Φτάσαμε στο Hotel Dejavu. Ήταν ένα πενταόροφο κτίριο με την πρόσοψη αμαυρωμένη από τα καυσαέρια. Η κόκκινη μαρκίζα με το καλλιγραφικό Dejavu βούιζε από τα βολτ, στηριγμένη με σκουριασμένες σιδεριές καθέτως του κτιρίου. Μπήκαμε μέσα. Στο δάπεδο της σάλας υποδοχής ήταν στρωμένη μία κακόγουστη μοκέτα με εξαγωνικά σχήματα των μπεζ, κίτρινου και καφέ. Έμοιαζε ξεχασμένη εκεί, θαρρείς, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μία έντονη μυρωδιά από νέφτι επικρατούσε στην σάλα, ανακατεμένη με φτηνό αποσμητικό χώρου.
Στο κουβούκλιο της ρεσεψιόν λαγοκοιμόταν ένας πενηντάρης λιμοκοντόρος, κανονικός σωσίας του Χίτλερ με το χαρακτηριστικό μουστακάκι ξυρισμένο από τις δυο άκρες και με το τσουλούφι γλειμμένο με μπριγιαντίνη διαγώνια του μετώπου. Η Νταϊάν πάτησε το κουδούνι πάνω στον πάγκο της ρεσεψιόν και ο τύπος τινάχτηκε έντρομος από τον ύπνο του.
«Το συνηθισμένο δωμάτιο, Ρούντολφ.» έκανε αδιάφορα η Νταϊάν, και ο Ρούντολφ της έδωσε το κλειδί με το νούμερο 306.
Μπήκαμε στο απαρχαιωμένο ασανσέρ με τα σιδερένια κιγκλιδώματα και ανεβήκαμε -αργά και με ένα επίμονο σκούξιμο της τροχαλίας- στον τρίτο όροφο. Περπατώντας στον διάδρομο ακούγαμε τα μαστιγώματα και τα ξεφωνητά από τα εσωτερικά των δωματίων. Μπήκαμε στο 306. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και ένα κομοδίνο με πορτατίφ. Η ταπετσαρία με τις ζωγραφισμένες καμέλιες στον τοίχο ήταν σκισμένη σε διάφορα σημεία αποκαλύπτοντας την σαπίλα του μπετόν.
Μόλις έβγαλα την fedora από το κεφάλι μου, η Νταϊάν έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης.
«Είσαι ολόιδιος με τα σκουλαρίκια μου!» είπε και έβγαλε από το ένα της αυτί το σκουλαρίκι και μου το έδειξε. Ήταν μία μεταλλική νεκροκεφαλή με κόκκινα ψευδορουμπίνια στις οπές των ματιών. Ώστε το κεφάλι μου παραμορφώθηκε τόσο που έμοιαζε με νεκροκεφαλή; Δεν ήξερα τι να αισθανθώ γι’ αυτό. Τέλος πάντων.
Η Νταϊάν άνοιξε την εντοιχισμένη ντουλάπα. Μέσα στην ντουλάπα υπήρχαν διάφορα σαδομαζοχιστικά αξεσουάρ. Ανάμεσά τους και ένα μαστίγιο από ουρά σαλαχιού.
«Εδώ θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι.» είπε.
«Άκου να σου πω, κούκλα. Καλύτερα να εξηγηθώ από την αρχή. Δεν ανήκω στην όλη σαδομαζοχιστική φιλοσοφία. Δεν είμαι αυτής της νοοτροπίας. Θα σε γαμήσω με την παραδοσιακή αναπαραγωγική μέθοδο. Και θα σε γαμήσω σκληρά, έχεις τον λόγο μου.» είπα και έβγαλα από πάνω μου την καμπαρντίνα.
Στην θέα του σώματός μου η Νταϊάν μειδίασε από απέχθεια. Ύστερα γαλήνεψε το βλέμμα της και το ίσιωσε πάνω μου.
«Στην κατάστασή σου ίσως το βρεις κάπως δύσκολο, καουμπόυ.» είπε.
«Μην ανησυχείς, κούκλα. Το εργαλείο μου κάνει ακόμα σωστά την δουλειά του.» είπα και έπιασα τον καβλωμένο πούτσο μου και της τον έδειξα.
«Εεεε… Αυτό που κρατάς δεν είναι πούτσος, Φρανκ.» έκανε εκείνη.
Κοίταξα προς τα κάτω. Είδα με τρόμο ότι αυτό που κρατούσα ήταν το μπουζί του κινητήρα. Πούτσος δεν υπήρχε. Διάολε. Αυτή ήταν μια πραγματικά δυσάρεστη έκβαση των πραγμάτων.
Η Νταϊάν με πλησίασε και μου ‘πιασε στοργικά το χέρι. Έφερε το πρόσωπό της στο δικό μου πρόσωπο και άρχισε να με αγγίζει αμυδρά στο μάγουλο με τα χείλη της.
«Μην ανησυχείς, καουμπόυ.» μου ψιθύρισε στο αυτί. «Έχω δει πολύ χειρότερα σ’ αυτήν την κωλοδουλειά. Θα περάσουμε τέλεια μαζί, πίστεψέ με.»
Με ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι και ύστερα γδύθηκε μπροστά μου. Μόλις αντίκρισα το φιδίσιο κορμί της ολόγυμνο, οι ορμόνες μέσα στο σακατεμένο μου σώμα χτύπησαν κόκκινο. Ανέβηκε πάνω μου με τα ζουμερά της καπούλια ξαναμμένα από πόθο. Πήρε το μπουζί του κινητήρα και το έχωσε αργά και ρυθμικά μέσα στο μουνί της, στο υγρό μουνί της που έμοιαζε να έχει κοφτερά σαγόνια στα χείλη του και που σιγοκαταβρόχθιζε το μπουζί όπως ο καρχαρίας σιγοκαταβροχθίζει ένα γλιστερό δελφίνι. Μόλις άγγιξε το σημείο G, έβγαλε έναν πονεμένο αναστεναγμό. Δεν έπαψε στιγμή να με κοιτάζει. Ξεκίνησε έναν τελετουργικό χορό επάνω μου μανιασμένη, προσπαθώντας να φτάσει την υπέρτατη ηδονή, να καταφέρει την τέλεια ανακύκλωση των βασιλικών χυμών του κορμιού της, να ξεβγάλει από πάνω της την βρωμιά και την λέρα του Ελ Μπελντράκο. Του Ελ Μπελντράκο… Το Ελ Μπελντράκο -η κωλοτρυπίδα του κόσμου- γινόταν τώρα πια ένα άμορφο συνονθύλευμα χωροχρόνου, και χανόταν σα σαπιοκάραβο μέσα στους γαλαζοπράσινους στροβίλους των ματιών της. Άπλωσα τα χέρια μου και έπιασα τα ιδρωμένα στήθη της που πάλλονταν λυσσασμένα. Στο άγγιγμά μου οι ρώγες της σκλήρυναν σαν χαλίκια. Χάιδεψα αυτήν την πέτρινη υφή τους με τα ακροδάχτυλά μου και το μπουζί στο μουνί της έγινε πια κατά-δικό μου, κτήμα μου, εργαλείο μου. Τώρα πια την πηδούσα για τα καλά και την ξεφτίλιζα όπως δεν την είχε ξεφτιλίσει μέχρι τώρα κανείς σε αυτό το κωλομέρος που ονομάζουν Ελ Μπελντράκο.
Ίσως σας φανεί εξωφρενικό αλλά ήταν ίσως το καλύτερο πήδημα που έκανα ποτέ. Χμ, αν όχι το καλύτερο, σίγουρα το πιο μυσταγωγικό. Δεν είχα ξαναζήσει παρόμοια εμπειρία, με εξαίρεση ίσως εκείνο το πήδημα που έκανα με την Σούζαν εκείνη την αυγουστιάτικη νύχτα μπροστά από τον καθεδρικό ναό του Duomo στην Φλωρεντία. Πιστέψτε με, υπάρχει κάτι το εξαιρετικά αισθησιακό στο να σου παίρνει η κυρά τσιμπούκι ενώ εσύ ρεμβάζεις χαζεύοντας τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες των Μεδίκων στην πρόσοψη του Duomo. Είναι μία εμπειρία, αν μη τι άλλο, υπερβατική.
Όταν έπαψε ο οργασμός της, η Νταϊάν ξάπλωσε δίπλα μου ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο μου. Άναψα ένα Chesterfield και τα μικροσκοπικά ψάρια της πανοπλίας μου ξανασπαρτάρησαν από τον καπνιά.
«Ήσουν υπέροχος, καουμπόυ. Συγχαρητήρια.» είπε.
«Σ’ ευχαριστώ που μου τονώνεις την αυτοπεποίθηση, κούκλα. Είναι πολύ γλυκό εκ μέρους σου.» της είπα.
«Όχι, αλήθεια. Είσαι φοβερός γαμιάς, Φρανκ.» έκανε εκείνη, και χαμογέλασα.
«Είσαι εντάξει άτομο, Νταϊάν. Γιατί δεν βρίσκεις ένα καλό παιδί να νοικοκυρευτείς κι εσύ;» είπα.
«Και ποιος σου είπε ότι δεν είμαι νοικοκυρεμένη; Ο Μπιλ είναι ο άντρας μου.» είπε.
Πάσο.
«Θα μου πεις για την γυναίκα σου; Τι συνέβη ακριβώς;» με ρώτησε.
Τράβηξα μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο. Δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω από το να της διηγηθώ όλη την ιστορία με την Σούζαν και τον Ντέιβιντ. Δεν θεώρησα ότι έπρεπε να κρύψω κάτι. Της είπα ότι το περίμενα από την Σούζαν καθότι ήταν εκ φύσεως καργιόλα. Όμως δεν το περίμενα από τον Ντέιβιντ. Είχαμε περάσει τόσα πολλά μαζί. Είχαμε μοιραστεί πάρα πολλά εγώ κι εκείνος.
Η Νταϊάν άκουσε με θρησκευτική ευλάβεια όλη την ιστορία. Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και είπε: «Ποιον μισείς περισσότερο; Την Σούζαν ή τον Ντέιβιντ;»
«Καλή η ερώτηση σου, κούκλα.» είπα. «Επέτρεψέ μου να σου διηγηθώ ένα περιστατικό που συνέβη κάμποσα χρόνια πριν. Κάποτε επισκεφτήκαμε με την Σούζαν έναν πολύ καλό μου πελάτη, τον Λόρδο Χάντινγκτον, στην Αγγλία. Ο Λόρδος Χάντινγκτον ζούσε με την σύζυγό του -την Λαίδη Χάντινγκτον- σε μια τεράστια έπαυλη που έμοιαζε με κάστρο, λίγα μίλια έξω από την Οξφόρδη. Δίπλα από την έπαυλη υπήρχε ένα τεράστιο βικτωριανό οίκημα όπου στεγάζονταν οι στάβλοι. Ο Λόρδος διατηρούσε καμιά πενηνταριά καθαρόαιμα άλογα μέσα στους στάβλους. Εγώ και η Σούζαν φιλοξενηθήκαμε στην έπαυλη, σ’ ένα τεράστιο δωμάτιο. Το απόγευμα πήραμε οι τέσσερείς μας –εγώ, η Σούζαν, ο Λόρδος και η Λαίδη- από ένα άλογο και ιππεύσαμε μέσα στην τεράστια δασική έκταση που είχε ο Λόρδος στην ιδιοκτησία του, τριγύρω από την έπαυλη. Εγώ βρισκόμουν μπροστά με τον Λόρδο και συζητούσαμε για δουλειές. Η Σούζαν είχε πιάσει κουβεντούλα με την Λαίδη, κάμποσα μέτρα πίσω μας. Κάποια στιγμή, η Λαίδη καλεί όλους μας στους στάβλους για να δούμε ένα νεαρό άλογο, καθαρόαιμο επιβήτορα, που τον ονομάζανε Πήγασο. Μπήκαμε στους στάβλους και τον θαυμάσαμε. Ο Πήγασος ήταν ένα καλλίγραμμο καφετί άλογο. Δεν ξέρω και πολλά πράγματα από άλογα αλλά ο Πήγασος φάνηκε και σε μένα ένα πραγματικά όμορφο άλογο. Η Λαίδη πραγματικά τον καμάρωνε. Το βράδυ καθίσαμε οι τέσσερείς μας στο μεγάλο τραπέζι της σάλας για δείπνο. Καθ’ όλη την διάρκεια του δείπνου, επί δύο ολόκληρες ώρες, η Λαίδη και η Σούζαν μας ζάλισαν μιλώντας διαρκώς για τον Πήγασο. Πανέμορφο άλογο ο Πήγασος! Τι λυγερά πόδια που έχει! Τι γυμνασμένους γοφούς! Πραγματικά αριστοκρατική η μουσούδα του! Και τι άγρια χαίτη! Και τι λαμπερά μάτια! Τέλος πάντων, να μη στα πολυλογώ, κάποια στιγμή είπαμε καληνύχτα και ανεβήκαμε στα δωμάτιά μας. Πέφτοντας στο κρεβάτι, με πήρε ο ύπνος κατευθείαν λόγω της πολυάσχολης μέρας. Ξύπνησα μέσα στην μαύρη νύχτα εντελώς τυχαία και ανακάλυψα ότι η Σούζαν έλειπε από το κρεβάτι. Σηκώθηκα και έβαλα το μπουρνούζι μου και κατέβηκα τις σκάλες. Από ένα παράθυρο είδα φως, απέναντι στους στάβλους. Βγήκα έξω και πήγα προς τα εκεί. Άκουγα χλιμιντρίσματα. Όταν έφτασα στους στάβλους, αντίκρισα ένα θέαμα που αρχικά με γέμισε με δέος. Ο Πήγασος γαμούσε την Σούζαν ολοτσίτσιδη από πίσω. Η Λαίδη –ολοτσίτσιδη κι εκείνη- παραδίπλα έγλυφε τα αρχίδια του Πήγασου. Ο Πήγασος είχε μια πραγματικά τεράστια ψωλή, γύρω στους σαράντα πόντους. Έκανε την Σούζαν πραγματικά να βογγάει από τον πόνο. Και τα αρχίδια του μου φάνηκαν τεράστια, πρέπει να ζύγιζαν κάνα κιλό το καθένα. Το κεφάλι της Λαίδης κουνιόταν πάνω-κάτω ούτως ώστε να καλύψει με την γλώσσα της όλο το μέγεθός τους. Άναψα ένα τσιγάρο και έκατσα να παρακολουθήσω ολόκληρη την συνεδρία. Ήταν μια παρτούζα που κράτησε σχεδόν μιάμιση ώρα. Και δεν είπα ποτέ τίποτα σε κανέναν. Ούτε καν στην Σούζαν. Ούτε καν στον Λόρδο Χάντινγκτον που απ’ ό,τι φαίνεται είχε μαύρα μεσάνυχτα.»
«Πού θέλεις να καταλήξεις, καουμπόυ;» ρώτησε η Νταϊάν.
Τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά στο τσιγάρο, τέτοια που η καύτρα έφτασε στο φίλτρο.
«Εκεί που θέλω να καταλήξω, κούκλα, είναι ότι εκείνη την νύχτα συνειδητοποίησα πως -παρότι γυναίκα μου- η Σούζαν δεν μου άνηκε ποτέ. Και σε ό,τι με αφορούσε, την μοιραζόμουν ανά πάσα στιγμή με οποιονδήποτε μπορεί να γούσταρε εκείνη. Αυτό δεν με πείραξε και τόσο, να σου πω την αλήθεια. Αντιθέτως μου άρεσε η ιδέα ότι ο γάμος μας διέθετε κάποιες ελευθερίες. Αυτό σήμαινε αυτομάτως ότι κι εγώ ήμουν ελεύθερος να ξενοπηδάω χωρίς να έχω τον βραχνά των τύψεων και των αναστολών. Δεν θα κρατούσα ποτέ κακία σε κάποιον που θα ξεκώλιαζε την γυναίκα μου. Ούτε καν στον Πήγασο που με την ψωλάρα του της άλλαξε το ρολόι της κλιμακτήριου μια για πάντα. Όμως, κούκλα, δεν μπορώ να αισθανθώ παρά μόνο μίσος που την πηδούσε ο Ντέιβιντ. Αυτό δεν μπορώ να το χωνέψω, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Αυτό με πονάει.» είπα.
Η Νταϊάν βυθίστηκε σε βαθιά περισυλλογή για κάμποσα λεπτά. Ένιωθα το βλέμμα της να μελετάει το διαλυμένο μου πρόσωπο.
«Θέλεις να πάρεις εκδίκηση, έτσι δεν είναι;» είπε και άρπαξε ένα Chesterfield από το πακέτο μου.
«Θα έλεγα ψέματα αν σου απαντούσα όχι, κούκλα.» αποκρίθηκα. «Αλλά και πάλι, δεν νομίζω ότι θα άλλαζε τίποτε σ’ αυτόν τον κόσμο αν έπαιρνα αυτήν την γαμω-εκδίκηση. Ο κόσμος κοιμάται τον δικό του βαθύ ύπνο και το ροχαλητό του παραείναι βροντερό για να ακουστεί το δικό μου μίσος. Πραγματικά δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο και τον χρόνο.»
Η Νταϊάν άναψε το τσιγάρο με μια βαθιά ρουφηξιά. Έβγαλε τον γαλάζιο καπνό πυκνό από τα σουφρωμένα της χείλια και ύστερα τον ξανακατάπιε, εκπνέοντάς τον κατάλευκο από τα ρουθούνια της. Μοιραστήκαμε ένα βλέμμα αναμεταξύ μας, εκείνη με τα τσαχπίνικα γαλαζοπράσινα μάτια της και εγώ με το αριστερό μάτι που μου ‘χε απομείνει.
«Ξέρεις, Φρανκ, είμαστε μαζί μονάχα λίγες ώρες και όμως νιώθω ότι σε γνωρίζω όλη μου την ζωή.» είπε. «Είσαι δυνατός άντρας, Φρανκ. Ίσως ο δυνατότερος άντρας που έχει υπάρξει ποτέ. Πίστεψέ με, έχει μεγάλη σημασία που το ακούς από μένα αυτό. Κάτι ξέρω από δύναμη. Έχω ζήσει σ’ αυτήν την κωλοπόλη όλη μου την ζωή. Το Ελ Μπελντράκο επινοήθηκε από τα μεγαθήρια κογκλομεράτα για να κρατούν φρόνιμους όλους εκείνους που θεωρούνται επικίνδυνοι. Οι κάτοικοι του Ελ Μπελντράκο –όλα αυτά τα καμένα χαρτιά που βλέπεις εδώ πέρα- είναι όλοι τους πρώην επαναστάτες που έχασαν το δρόμο τους. Και έχασαν τον δρόμο τους είτε γιατί φοβήθηκαν ή γιατί πληγώθηκαν ανεπανόρθωτα ή γιατί παραήταν προχωρημένοι οραματιστές για να τους χωρέσει αυτός ο κόσμος.»
Πήρε μια ρουφηξιά από το Chesterfield και συνέχισε:
«Εγώ γεννήθηκα εδώ πέρα, Φρανκ. Δεν είχα την πολυτέλεια να είμαι απόκληρος επαναστάτης σαν και εκείνους που ήρθαν εδώ. Ο πατέρας μου ήταν ένα χαμένο κορμί που ζούσε μονάχα για το αλκοόλ. Η μητέρα μου ήταν αδύναμη και δεν γνώριζε τίποτε άλλο από το να υποτάσσεται στον πατέρα μου. Ο πατέρας μου άρχισε να με βιάζει από τότε που έγινα οχτώ χρονών. Όταν η μητέρα αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, ήρθε και μου υποσχέθηκε στα κρυφά ότι θα προσπαθούσε με όλες τις δυνάμεις της να βάλει ένα τέλος σ’ αυτό που μου έκανε. Υποσχέθηκε ότι θα με ελευθέρωνε από την κακουργία του. Όμως τα χρόνια περνούσαν και η υπόσχεσή της παρέμενε αθετημένη. Παραήταν αδύναμη για να αντιδράσει. Όταν έγινα δεκαέξι χρονών, ο μπάσταρδος με πούλησε σε έναν σωματέμπορα. Ο σωματέμπορας με έχωσε σε ένα φορτηγό μαζί με άλλες κοπέλες, ανήλικες και ενήλικες. Το φορτηγό μας ταξίδεψε μέχρι το Μεξικό. Μας προόριζαν όλες μας για τα μπορντέλα και τα κωλόμπαρα της περιοχής. Κατάφερα να το σκάσω! Ακόμα και τώρα μου φαίνεται απίστευτο το πώς κατάφερα εγώ –ένα κανονικότατο ράκος- να πάρω την απόφαση και να την σκαπουλάρω. Πέρασα τα σύνορα και ξαναβρέθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περιπλανήθηκα για κάνα δίμηνο σε διάφορες πόλεις. Σικάγο, Νέα Υόρκη, Σαν Φρανσίσκο, Λος Άντζελες, Μινεσότα. Πουθενά όμως δεν έβρισκα τον εαυτό μου. Βλέπεις, Φρανκ, μέσα μου υπήρχε μονάχα μία πατρίδα και δεν χωρούσε δεύτερη. Έτσι ξαναγύρισα στο Ελ Μπελντράκο, όσο διαστροφικό και αν ακούγεται. Το πατρικό μου είχε κατεδαφιστεί. Οι γονείς μου ήταν άφαντοι. Δεν έμαθα ποτέ ξανά τίποτε για εκείνους. Ούτε για την μητέρα μου.»
Ένας κόμπος έκανε την φωνή της να τρεμουλιάσει. Πήρε μια γερή ρουφηξιά από το Chesterfield για να ανασυντάξει τον εαυτό της αλλά και για να κρύψει την θλίψη που την έπνιγε.
«Γνώρισα τον Μπιλ και νόμισα ότι βρήκα τον έρωτα της ζωής μου. Παντρευτήκαμε. Μου υποσχέθηκε ότι κάποτε θα πηγαίναμε να ζήσουμε σε κάποιο ονειρικό σπίτι με αγρόκτημα. Όπως βλέπεις, και η δική του υπόσχεση παρέμεινε στα λόγια. Δεν πειράζει και τόσο, όμως. Ο Μπιλ γεννήθηκε κόπανος, οπότε δεν τον λογαριάζω και τόσο. Έτσι απέμεινα εδώ πέρα. Ανασαίνοντας, γαμιόντας, επιβιώνοντας, σέρνοντας το κορμί μου στους βρωμόδρομους του Ελ Μπελντράκο. Και ξέρεις κάτι, καουμπόυ; Μονάχα στο Ελ Μπελντράκο βρίσκω τον εαυτό μου.»
Ακούστηκε μια κραυγή απ’ έξω. Ήταν μια αγωνιώδης κραυγή πόνου. Η Νταϊάν πετάχτηκε από το κρεβάτι και πλησίασε το παράθυρο. Πήγα κι εγώ. Ένα απορριμματοφόρο ήταν σταματημένο έξω από το ξενοδοχείο βγάζοντας έντονους βρυχηθμούς από το πρεσάρισμα των σκουπιδιών. Οι δύο σκουπιδιάρηδες που το λειτουργούσαν έβγαζαν από την δεξαμενή του απορριμματοφόρου έναν άστεγο γεράκο που έσκουζε από τον πόνο. Η πρέσα του απορριμματοφόρου του είχε κόψει τα πόδια από τα γόνατα. Οι σκουπιδιάρηδες τον ξάπλωσαν αιμόφυρτο στο κρύο πεζοδρόμιο. Ο γεράκος δεν έπαυε ούτε στιγμή να ουρλιάζει.
«Ο Γιόζεφ…» είπε η Νταϊάν. «Ο κακόμοιρος… Πρέπει να τον πήρε ο ύπνος μέσα στον κάδο των απορριμμάτων… Πού αλλού να κοιμηθεί με τέτοιο κρύο;… Ο κακόμοιρος ο Γιόζεφ δεν πείραξε ποτέ του κανέναν… Μια ζωή μόνος… Δίχως σπίτι, δίχως οικογένεια, δίχως φίλους…»
Οι δύο σκουπιδιάρηδες έκαναν μια σύσκεψη μεταξύ τους πάνω από τον Γιόζεφ που σφάδαζε από τον πόνο. Σαν τελείωσαν την σύσκεψη, άρχισαν να κοιτάζουν τριγύρω τους προφανώς για να δουν μην τους παίρνει κανένα μάτι. Αφού κοίταξαν τριγύρω, έγνεψαν ο ένας στον άλλον και μάζεψαν τον Γιόζεφ από το πεζοδρόμιο και τον πέταξαν όπως ήταν μέσα στην δεξαμενή του απορριμματοφόρου. Τα ουρλιαχτά του Γιόζεφ πνίγηκαν μέσα στους βροντερούς βρυχηθμούς της πρέσας.
Η Νταϊάν δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή της. Άνοιξε το φρακαρισμένο παράθυρο με λυσσασμένες κινήσεις.
«Καθίκια!... Καθάρματα!» ούρλιαξε με μανία, τέτοια που ξεπετάχτηκαν οι φλέβες του λαιμού της.
Οι δύο σκουπιδιάρηδες έστρεψαν τα πρόσωπά τους προς τα πάνω και μας είδαν. Μπήκαν γρήγορα μέσα στο απορριμματοφόρο, πάτησαν γκάζι κι έγιναν καπνός.
Η Νταϊάν απόμεινε μέσα στην απόγνωσή της και η νυχτιάτικη παγωνιά απλώθηκε στο πρόσωπό της σαν βελούδινο πέπλο. Οι ανάσες της σχημάτιζαν φωσφορίζοντες αχνούς μέσα στην σκοτεινιά. Διάολε, μπορούσα να διακρίνω μέχρι και τους εξαγωνικούς κρυστάλλους της πάχνης να χάνονται μέσα στην κατάμαυρη μάσκαρα των ματιών της.
Γύρισε και με κοίταξε, και στα σφιγμένα μάτια της τώρα αντίκριζα μονάχα μίσος. Ίδιο μίσος με το δικό μου.
«Θα σε βοηθήσω να πάρεις την εκδίκησή σου, καουμπόυ.» είπε. «Θα σε βοηθήσω να πατσίσεις το κακό που σου συνέβη. Και θα το κάνω αυτό επειδή δεν θα μπορούσα ποτέ να σου επιτρέψω να παραμείνεις σ’ αυτήν την κωλοπόλη. Παραείσαι πολύτιμος για να απομείνεις στο Ελ Μπελντράκο. Αξίζεις πολλά περισσότερα από αυτό.»
Αναλογίστηκα τα λόγια της και ύστερα της χαμογέλασα.
«Όπως φαίνεται, ήταν γραφτό μας να γνωριστούμε, κούκλα. Είμαστε αδελφές-ψυχές, εμείς οι δύο. Ντύσου και πάμε να φύγουμε. Αυτή η νύχτα κρύβει κι άλλες εκπλήξεις.» είπα.
Ντυθήκαμε και φύγαμε από το Dejavu. Χρειαζόμασταν ένα αυτοκίνητο.
«Έλα μαζί μου.» είπε η Νταϊάν και με οδήγησε μέσα σε ένα σοκάκι.
Ακούστηκε ένα δυνατό μπουμπουνητό. Πολύ δυνατό, ειλικρινά σας το λέω. Τέτοιο που ταρακούνησε συθέμελα τα κτίρια του Ελ Μπελντράκο, ταλανίζοντάς τα πέρα-δώθε.
«Ο Γκόμο είναι στις κακές του.» είπε η Νταϊάν.
«Γκόμο; Τι είναι ο Γκόμο;» ρώτησα απορημένος.
«Ο Γκόμο είναι το ηφαίστειο δίπλα στην πόλη. Είναι πολλά που δεν γνωρίζεις για το Ελ Μπελντράκο, καουμπόυ. Βρισκόμαστε σε ηφαιστειογενή περιοχή.» είπε η Νταϊάν και ακούστηκε ένα δεύτερο μπουμπουνητό που έκανε το έδαφος να σειστεί.
Φτάσαμε σε μια αλάνα γεμάτη με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η Νταϊάν έκανε μια βόλτα για να διαλέξει ένα από αυτά.
«Πώς σου φαίνεται αυτό;» με ρώτησε δείχνοντάς μου μια κόκκινη σεβρωλέτ.
«Μια χαρά.» αποκρίθηκα.
«Μου κάνεις την χάρη να σπάσεις το τζάμι; Δεν θέλω να χαλάσω τα νύχια μου.» είπε.
Έσφιξα την γροθιά μου και την έχωσα με φόρτσα στο παράθυρο του οδηγού. Το τζάμι έγινε θρύψαλα. Η Νταϊάν άνοιξε την πόρτα και έκατσε στην θέση του οδηγού. Εγώ έκατσα στο πίσω κάθισμα ξαπλωμένος. Με αυτόν τον διαολοκινητήρα στην κοιλιά, μου ήταν αδύνατο να κάτσω κανονικά σαν άνθρωπος στην θέση του συνοδηγού. Η Νταϊάν έβγαλε από το νεσεσέρ της έναν νυχοκόπτη και μία τσιμπίδα, και άρχισε να πασπατεύει τα καλώδια της μίζας. Η μηχανή της σεβρωλέτ πήρε μπρος με ένα μακρόσυρτο γουργουρητό.
«Ένα κόλπο που μου ‘μαθε ο Μπιλ. Το μοναδικό χρήσιμο πράγμα που έμαθα από εκείνον.» είπε.
Ακούστηκε κι άλλο μπουμπουνητό. Πιο βροντερό. Και ξαφνικά η ατμόσφαιρα άρχισε να γεμίζει από φλεγόμενα σωματίδια. Κόκκοι αναμμένης στάχτης. Αιωρούνταν στον αέρα και ολοένα πύκνωναν. Έμοιαζαν με σμήνος αμέτρητων πυγολαμπίδων που πετούσαν αλόγιστες πέρα-δώθε. Ο Γκόμο ξερνούσε την πραμάτεια του.
«Πάμε να φύγουμε, καουμπόυ. Η ατμόσφαιρα εδώ πέρα σε λίγο θα γίνει αποπνιχτική.» είπε η Νταϊάν και πάτησε γκάζι.
Η σεβρωλέτ πέρασε με ταχύτητα μέσα από τα σκοτεινά σοκάκια και ύστερα, μ’ ένα πνιγερό σπινάρισμα στα λάστιχα, πήρε την κλειστή στροφή και βρέθηκε στην λεωφόρο. Οι σειρήνες του Ελ Μπελντράκο άρχισαν να βουίζουν μανιασμένες. Μία ηχογραφημένη γυναικεία φωνή ακούστηκε αργή και καθαρή από τα μεγάφωνα: «Προσοχή! Προσοχή! Επίπεδο ατμοσφαιρικών ρύπων, επικίνδυνο!»
Κοίταξα προς τα πίσω καθώς απομακρυνόμασταν από το κτιριακά συγκροτήματα της πόλης. Ένα τεράστιο νέφος γκρίζας ομίχλης μπολιασμένης με φλεγόμενα σωματίδια είχε καλύψει το Ελ Μπελντράκο. Κοίταξα μπροστά και είδα την μεγάλη πινακίδα, στα δεξιά της λεωφόρου. YOU ARE NOW LEAVING EL BELLEDRACO. Από κάτω, το έμβλημα της πόλης: ένα σαλάχι με μακριά ουρά.
Μπήκαμε στον μακρύ δρόμο για το Παλμ Μπητς. Οι ιτιές που στέκονταν αριστερά και δεξιά κατά μήκος του δρόμου σχημάτιζαν μια αψίδα από πάνω μας. Το μισοφέγγαρο έλαμπε μέσα στην νύχτα και φώτιζε την διαδρομή μας. Έγειρα στο παράθυρο και το κοίταξα καθώς μας ακολουθούσε επίμονα στον ουρανό μέσα από τις φυλλωσιές της αψίδας των ιτιών. Ο παγωμένος αέρας έμπαινε από το σπασμένο παράθυρο της Νταϊάν και τα βαθυκόκκινα μαλλιά της ανέμιζαν μανιασμένα σαν πύρινες γλώσσες. Πάω στοίχημα ότι δεν ένιωσε στιγμή αυτόν τον παγωμένο αέρα στον σβέρκο της. Ήταν κι εκείνη ζεστή, όπως κι εγώ. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής. Και ήταν μια αρκετά μεγάλη διαδρομή, κοντά τρεις ώρες. Διανύοντας το φαράγγι ανάμεσα στα δύο πελώρια βουνά, θυμήθηκα τις χυμώδεις καμπύλες της Σούζαν. Ανεκδιήγητος είμαι! Σύντομα θα βρισκόμουν κοντά στην καργιόλα. Ίσως υπερβολικά κοντά. Χάιδεψα την κρύα κάνη του περίστροφου, απαλά με τα ακροδάχτυλα.
Γνωρίζαμε πού πηγαίναμε; Ναι, γνωρίζαμε. Αλλά και πάλι, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Ούτε καν πού πηγαίναμε. Ήταν ένα παράξενο συναίσθημα. Είμαι σίγουρος ότι το ένιωσε και η Νταϊάν.
Φτάνοντας στο Παλμ Μπητς, έδωσα στην Νταϊάν τις τελευταίες κατευθύνσεις. Φτάσαμε στο σπίτι μου, στην πλαγιά του βουνού. Το ψυχρό άρωμα από τα έλατα μετέδιδε μια βαρύγδουπα μακάβρια αίσθηση, όπως το τελικό κρεσέντο ενός πένθιμου εμβατηρίου.
«Ωραίο σπίτι έχεις.» έκανε η Νταϊάν κοιτάζοντάς το από μακριά.
Είπα ένα ξερό ευχαριστώ.
Η Νταϊάν πλησίασε λίγα μέτρα με την σεβρωλέτ και ύστερα έσβησε την μηχανή. Κοιτάξαμε και οι δυο μας το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας στον πάνω όροφο. Το φως της λάμπας του μπουντουάρ διαπερνούσε τις λεπτές σατινένιες κουρτίνες. Δύο γυμνές σιλουέτες συναντήθηκαν πίσω από τις κουρτίνες και αγκαλιάστηκαν. Φιλιόντουσαν παθιασμένα. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Ο Ντέιβιντ και η Σούζαν.
«Είσαι ευαίσθητος, Φρανκ;» ρώτησε η Νταϊάν.
Η ερώτησή της με ξάφνιασε.
«Αποδέχομαι το μερίδιο της ευαισθησίας που μου αναλογεί. Γιατί ρωτάς;» είπα.
«Ρωτάω, γιατί το θέαμα που θα αντικρίσεις εκεί μέσα ίσως σε κάνει να αισθανθείς κάπως άβολα.» αποκρίθηκε.
«Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για μένα, κούκλα.» είπα και βγήκαμε από το αμάξι.
Πλησιάσαμε αθόρυβα την εξώπορτα του σπιτιού. Η Νταϊάν έβγαλε από το νεσεσέρ της ένα συρμάτινο κοκαλάκι για τα μαλλιά. Το έπλασε με τα δάχτυλά της σε σχήμα γάντζου και ύστερα το έχωσε μέσα στην κλειδαριά. Κουνώντας το πέρα-δώθε για κάμποσα δεύτερα, ακούστηκε το χαρακτηριστικό «κλικ» και η πόρτα άνοιξε.
«Πήγαινε, καουμπόυ. Χάλασέ τους το πάρτυ.» μου είπε.
«Θα κρατήσω το μπέρμπον και τα παγάκια για πάρτη μας.» είπα και μπήκα μέσα.
Περνώντας το σαλόνι συνειδητοποίησα ότι κάτι είχε αλλάξει μέσα μου μια για πάντα. Εκείνη η ζεστή θαλπωρή που ένιωθα όταν αντίκριζα το τζάκι και το περσικό χαλί κάθε φορά που γύριζα από την δουλειά είχε αντικατασταθεί από κάτι το απόκοσμα ζοφερό. Τώρα πια το μέρος εξέπεμπε μια εχθρική αύρα, σαν το κακό που υπήρχε εδώ μέσα να μην μπορούσε να κρύψει την παρουσία του.
Άκουσα βογκητά από την κρεβατοκάμαρα. Ήταν της Σούζαν. Ανέβηκα αργά και αθόρυβα τα σκαλιά. Φτάνοντας στο χωλ του πάνω ορόφου, τα βογκητά έγιναν δυνατότερα. Βογκητά ευχαρίστησης. Τώρα συμμετείχε και ο Ντέιβιντ. Μαζί με τα βογκητά, ακούγονταν και ερωτικά ραπίσματα της σάρκας. Έβγαλα το περίστροφο από την τσέπη της καμπαρντίνας και προχώρησα προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
Έριξα μια γερή κλωτσιά και η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Πάνω στο κρεβάτι, ο Ντέιβιντ πηδούσε την Σούζαν από πίσω. Είχε καβαλήσει για τα καλά τα ζουμερά της κωλομέρια και τραβούσε με μανία τις κατάξανθες πλεξούδες του κεφαλιού της. Έπρεπε να δείτε το πρόσωπό του όταν με αντίκρισε φάντη-μπαστούνι. Έγινε πιο ωχρός κι από λευκό σεντόνι ξεβγαλμένο σε ζεματιστή μπουγάδα. Τινάχτηκε μακριά από την Σούζαν πελαγωμένος. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, το πέος του συρρικνώθηκε σε μέγεθος φιστικιού. Δεν κατάφερε να πει τίποτε άλλο πέρα από ένα αχνό «Φρανκ».
«Με συγχωρείτε που ήρθα έτσι ακάλεστος. Μάλλον έπρεπε να χτυπήσω το κουδούνι.» είπα και πρόταξα το περίστροφο.
«Παραήσουν κακό σκυλί για να ψοφήσεις, καργιόλη.» γρύλισε η Σούζαν μέσα από τα σφιγμένα της δόντια.
«Εσύ, βρώμα, να περιμένεις στην σειρά σου. Θα εξηγηθώ μαζί σου σε λίγο.» της αποκρίθηκα.
Ύστερα γύρισα στον Ντέιβιντ που με κοιτούσε σα χάνος. Πάω στοίχημα ότι ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει από την ψυχρολουσία.
«Καλύτερα να τελειώσεις αυτό που ξεκίνησες.» του είπα.
«Δεν μπορώ… Ξέμεινα από σκάγια…» έκανε λουφαγμένος.
Μοιραστήκαμε ένα αμήχανο χαμόγελο αναμεταξύ μας. Ξέμεινα από σκάγια. Ένα παλιό προσωπικό μας αστείο από τα χρόνια του κολλεγίου.
Του ‘ριξα τρεις φορές. Η πρώτη σφαίρα τον πέτυχε στο στομάχι, οι άλλες δύο στ’ αχαμνά. Κουλουριάστηκε στο πάτωμα σφαδάζοντας από το σοκ. Έβγαλε ένα μακρόσυρτο κλαψούρισμα με υψηλή χροιά, σα λαβωμένο κογιότ.
«Ψόφα, πούστη!» ούρλιαξε η Σούζαν και άρπαξε το πορτατίφ του μπουντουάρ και μου το πέταξε στο κεφάλι. Το σημάδι της καργιόλας ήταν τέλειο, το πορτατίφ μου ήρθε κατακέφαλα. Ζαλίστηκα για λίγο και έχασα την ισορροπία μου.
Αμέσως άρπαξε ένα ψαλίδι που είχε ακουμπισμένο στο μπουντουάρ και μου το ανέμισε απειλητικά καναδυό φορές. Ύστερα, δρασκελώντας με μεγάλα άλματα, χίμηξε στο παράθυρο και έσπασε το τζάμι με το κορμί της. Πήδηξε κάτω με το ψαλίδι στο χέρι της. Είχα ξεχάσει πόσο ευκίνητη ήταν η σκύλα. Ανασύνταξα τον εαυτό μου και έτρεξα γρήγορα προς την σκάλα και την κατέβηκα με ένα λυσσασμένο ποδοβολητό.
Φτάνοντας στην εξώπορτα, αντίκρισα την Νταϊάν σωριασμένη στο έδαφος. Η Σούζαν μπήκε γρήγορα στην σεβρωλέτ και πάτησε γκάζι. Η σεβρωλέτ ξεκίνησε μ’ ένα ηχηρό μαρσάρισμα της μηχανής.
Έτρεξα στην Νταϊάν. Το ψαλίδι ήταν βαθιά χωμένο στην καρδιά της. Η πληγή ήταν μοιραία. Το ήξερε κι εκείνη. Έπαιρνε τις στερνές αναπνοές. Έσκυψα πάνω της.
«Ξεκώλιασέ την, καουμπόυ… Για χάρη μου…» κατάφερε να ψελλίσει μέσα από το μελανοπορφυρό κραγιόν των χειλιών της.
«Στο υπόσχομαι, κούκλα.» της είπα, κι έσβησε μπροστά μου. Της έκλεισα τα βλέφαρα.
Ύστερα άρχισα να τρέχω. Μανιασμένα. Προς την σεβρωλέτ. Έκανα τους γρήγορους υπολογισμούς. Η σεβρωλέτ θα έπαιρνε την μεγάλη αναστροφή οπότε κατευθύνθηκα προς την πλαγιά και άρχισα να την κατεβαίνω σαν τσουλήθρα, τρώγοντας κάθε τόσο τα μούτρα μου από την κατρακύλα. Είδα την σεβρωλέτ να έρχεται στον δρόμο, από κάτω μου. Έδωσα στον εαυτό μου μια πιθανότητα 50-50, και πήδηξα. Αν η σεβρωλέτ μου ξέφευγε, θα έσκαγα σαν καρπούζι στην άσφαλτο.
Ήμουν τυχερός. Βρέθηκα πάνω στο καπό. Γραπώθηκα γερά από το παρμπρίζ και κοίταξα την Σούζαν κατάματα από το τζάμι.
«Εμείς οι δυο έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, σκρόφα!» της φώναξα και έχωσα με φόρτσα την σφιγμένη γροθιά μου στο παρμπρίζ. Ήταν μια δυνατή γροθιά. Το χέρι μου διαπέρασε το τζάμι κάνοντάς το θρύψαλα και έφτασε στο πηγούνι της Σούζαν. Διάολε, είδα τον φρονιμίτη της να ξεπετάγεται από το στόμα της και να κάνει γκέλες πάνω στο πάνελ του αυτοκινήτου. Ήταν μια πραγματικά δυνατή γροθιά.
Το τιμόνι της ξέφυγε από τα χέρια. Η σεβρωλέτ έκανε μια αδέξια στροφή και τα αμορτισέρ της έβγαλαν ένα πνιχτό ουρλιαχτό. Κατευθύνθηκε με φόρα προς το γκρεμό. Βρέθηκε στο κενό. Κι έπεσε με ένα ισχυρό παφλασμό στην θάλασσα.
Βρισκόμουν ακόμα γαντζωμένος στο καπό. Η σεβρωλέτ πήρε μια κάθετη κλίση και κίνησε με φόρα προς τον βυθό. Τέτοια ήταν η φόρα με την οποία κατέβαινε που ήμουν ανήμπορος να απεγκλωβιστώ από την μούρη του καπό. Μέσα στο νερό, είδα την Σούζαν να συνέρχεται από το χτύπημα που της έδωσα. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί και βλέποντάς με που αγκομαχούσα να απεγκλωβιστώ από την μούρη της σεβρωλέτ, άρχισε να καγχάζει τρελαμένη βγάζοντας μπουρμπουλήθρες από το στόμα της.
Κοίταξα προς τα κάτω. Η σεβρωλέτ κατευθυνόταν προς το ναυάγιο ενός καϊκιού που κείτονταν στον βυθό. Θα γινόμουν κιμάς από την σύγκρουση.
Η σεβρωλέτ χτύπησε με δύναμη το βυθισμένο καΐκι. Έχασα τις αισθήσεις μου για κάμποσα δεύτερα. Όταν συνήλθα, αισθάνθηκα έκπληξη που ήμουν ακόμα ζωντανός. Ίσως παραήμουν κακό σκυλί για να ψοφήσω τελικά. Έκανα μια προσπάθεια για να απεγκλωβιστώ από τα συντρίμμια, και ένιωσα έναν ισχυρό πόνο στον πισινό μου. Ισχυρότατο πόνο, διαπεραστικό. Κοίταξα πίσω μου. Διάολε. Η προπέλα του καϊκιού είχε σφηνωθεί στον κώλο μου. Ανάθεμα την γρουσουζιά μου.
Ένα κοπάδι σκυλόψαρα πλησίαζε προς το μέρος μας. Η Σούζαν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και έκανε να αναδυθεί στην επιφάνεια. Δεν μου έμενε πολύς χρόνος. Έπρεπε να δράσω.
Την άρπαξα γερά από το σβέρκο και βούλιαξα το περίστροφο στα ζουμερά της κωλομέρια. Έχωσα το περίστροφο βαθιά, μέχρι που η κάνη κλείδωσε στην κωλοτρυπίδα της. Η εντολή της Νταϊάν ήταν ρητή και σαφής. Ξεκώλιασέ την, είπε ξεψυχώντας. Έπρεπε να κρατήσω την υπόσχεσή μου.
Πάτησα την σκανδάλη. Κατάρα! Το περίστροφο δεν λειτούργησε. Είχε μπλοκάρει από το νερό και έπαθε αφλογιστία. Αναθεματισμένη γρουσουζιά. Πάτησα την σκανδάλη συνεχόμενα κάμποσες φορές. Τίποτα. Ο χρόνος μου είχε πια τελειώσει. Τα σκυλόψαρα είχαν φτάσει πια στο μέρος μας. Και θα άρπαζαν την καργιόλα από τα χέρια μου.
Καημένη Νταϊάν. Αγαπημένη μου Νταϊάν. Ήταν γραφτό σου, κατά πως φαίνεται, να δέχεσαι μονάχα αθετημένες υποσχέσεις. Εύχομαι, κούκλα, ο θάνατος να αναπαύσει την ψυχή σου. Εύχομαι, εκεί στον παράδεισο που βρίσκεσαι, να κάνεις όλα εκείνα τα τρελά γαμήσια που ονειρευόσουν εν ζωή.
Τα σκυλόψαρα κατέφθασαν. Εμένα με προσπέρασαν και πήγαν προς την Σούζαν. Ούτε καν με άγγιξαν. Αναρωτήθηκα γιατί εμένα με προσπέρασαν. Υποψιαζόμουν το γιατί. Προφανώς έλαβαν σύρμα από εκείνους τους δύο που έστειλα αδιάβαστους στην αρχή της ιστορίας.
Καθώς τα σκυλόψαρα ψαχούλευαν τα κατάξανθα μαλλιά και τις γυμνές καμπύλες της Σούζαν με τις μουσούδες τους, ξαφνικά δεν μπορούσα παρά να αισθανθώ συμπόνοια για κείνη. Δεν ξεχνούσα ότι ήταν η γυναίκα μου. Την αγαπούσα την καργιόλα. Ναι, κατά βάθος την αγαπούσα. Είχαμε και τις όμορφες στιγμές μας, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο. Ο μεθυσμένος γάμος μας σε κείνο το ξωκλήσι του Ρίο, ο μήνας του μέλιτος στην Χονολουλού, εκείνα τα Χριστούγεννα στο Σαν Μονίκ, ο ερωτικός εκείνος Αύγουστος στην Τοσκάνη… Μαζί πήραμε το τρένο για την χώρα των αισθήσεων, και μαζί εκτροχιαστήκαμε σε κείνη την χώρα.
Θυμήθηκα με πικρία εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα που καθόμασταν οι δυο μας δίπλα στο τζάκι. Θυμήθηκα τα λόγια της. Μου είχε πει: «Ξέρεις, Φρανκ, κάθε φορά που τολμώ να κοιτάξω μέσα σου, δεν βλέπω παρά το απόλυτο κενό. Μου είναι αδύνατο να σε αγγίξω. Έχεις άραγε αισθήματα, Φρανκ; Έχεις νιώσει ποτέ πραγματικά τίποτα μέσα σου; Αμφιβάλλω. Ένα παγόβουνο, αυτό κρύβεις μέσα σου.»
Στην ανάμνηση εκείνη, δάκρυσα. Ειρωνεία!... Πρώτη μου φορά δάκρυζα, κι ήταν από μονάχα ένα μάτι. Ούτε καν την αρμύρα από τα δάκρυα δεν μπορούσα να γευτώ μέσα στην θάλασσα.
Όταν τα σκυλόψαρα έμπηξαν τα κοφτερά σαγόνια τους στο κορμί της και ξέσκισαν τα πρώτα κομμάτια σάρκας, έστρεψα το βλέμμα από την άλλη. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πια για να παρακολουθήσω. Το κεφάλαιο έκλεισε. Ο κύκλος ολοκληρώθηκε. Η παράσταση τελείωσε. Καλό κατευόδιο, αγάπη μου.
Και στρέφοντας το βλέμμα από την άλλη, τι νομίζετε ότι αντικρίζω; Ένα κοπάδι ηλεκτροφόρα χέλια. Διάολε…
Και να ‘μαι τώρα εδώ κατάφατσα μ’ αυτούς τους κοπρίτες. Είναι καμιά δωδεκαριά από δαύτους. Με κοιτάζουν επίμονα με τα μάτια υπνωτισμένα από το ένστικτο της περιέργειας. Κουνάνε τα φιδίσια κορμιά τους πέρα-δώθε βγάζοντας μικρούς ηλεκτρικούς σπινθήρες κάθε φορά που έρχονται πολύ κοντά το ένα με τ’ άλλο. Δεν ξεκολλούν τα βλέμματά τους από πάνω μου.
Ξέρω τι σκέφτονται με τα μικρά και ανόητα ψαρόμυαλά τους. Αναρωτιούνται: «Τι θα γίνει άραγε αν αγγίξουμε όλοι μαζί αυτόν τον τύπο και του περάσουμε όλα μας τα βολτ; Θα πάρει άραγε μπρος εκείνος ο κινητήρας που είναι χωμένος στην κοιλιά του; Κι αν πάρει μπρος ο κινητήρας που είναι χωμένος στην κοιλιά του, τι θα γίνει μετά; Μήπως θα πάρει μπρος και εκείνη η προπέλα που έχει σφηνωμένη στον κώλο; Κι αν πάρει μπρος και η προπέλα που έχει σφηνωμένη στον κώλο, τι θα γίνει μετά; Άραγε θα φύγει αυτός ο τύπος με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαν ταχύπλοο υποβρύχιο μέσα στα βάθη του ωκεανού;»
Ε λοιπόν, να σας πω την αλήθεια, αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ.


* Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα. Σπούδασε ΜΜΕ και Κινηματογράφο στην Αγγλία. Ζει και εργάζεται στην Λάρισα.  [ facebook ] [ e-mail ]

 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...