Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Ποίηση : Στον δικό μου Rimbaud...


του Δημήτρη Νικηφόρου *

Ενθάδε κείται

Η αγάπη μου
είναι θαμμένη δίπλα σε μια ακακία,
γυμνή σαν αρχαίο άγαλμα
περιμένει με λαχτάρα να τη ξεχώσουν
φωνές που παίζουν με τα χώματα
ή έστω και αρχαιοκάπηλοι
φτάνει να έρθει στο φως
λερωμένη
αγνώριστη
βουτηγμένη στη λάσπη των βροχών.
Κάποιοι θα την καθαρίσουν προσεκτικά με στοργή
και θ' ασπρίσει στον ήλιο
όπως τα κόκκαλα των πεθαμένων στην έρημο.
Αν είναι λίγο τυχερή
θα αποφύγει τα μουσεία και το ξεπούλημα,
ίσως στολίσει το σιντριβάνι
στον κήπο ενός παιδιού που δεν θα νοιάζεται
για την αξία του ευρήματος παρά μονάχα
για την ομορφιά του.
Και κείνη με μια λευκή ευτυχία
καθημερνά θα του χαρίζει τα δώρα
που σμίλεψε βαθιά στο μάρμαρο
η τέχνη της προσμονής._

( Quebec Καναδάς, Νοέμβριος 1995 )      


Για την ποίησή μου

η ποίησή μου
αν είναι ποίηση αυτά που γράφω
δεν είναι μέλισσα να κάνει μέλι
δεν ταξιδεύει τη γύρη
στους έρωτες των λουλουδιών
λόγια δε στάζει που κολλάνε στα σερμπέτια
μα τα κεντάει στο δέρμα σταυρωτά με καπλαντοβελόνες.
Η ποίηση μου σκληραίνει
όπως οι μυς του στομαχιού
στις δυνατές μπουνιές
ξαπλώνεται ωμή γεμάτη πρωτείνες
στον πάγκο του χασάπη
και σου χαμογελάει αρνίσια μεσ' απ' τα δόντια της
σαρκάζει τη μοίρα που δεν πιστεύει
είναι χοντρόπετση και βλαστημάει
περιφέρεται στους χώρους με τον κυνισμό
των υπαλλήλων νεκροτομείου
φοράει βαριά ρούχα το ένα πάνω στ' άλλο
γιατί η ευαισθησία ξεπαγιάζει στα ψυγεία των νεκρών.
Καμιά φορά τα βγάζει
και σκεπάζει τους φουκαράδες
που δεν ζήτησε κανείς κι' έτσι
γυμνή σχεδόν τουρτουρίζει
δίπλα σ' αυτούς που αγαπά._

( 1990 )


Ειμαρμένη... 

κατά παράξενο τρόπο
όλη του η ζωή γράφτηκε πάνω σε πανιά

ό,τι αγάπησε τον ακολούθησε
απ' τις φασκιές που τον τύλιξαν οι μοίρες
σε τρύπια πανό που ξεθώριασαν
στις οθόνες παλιών κινηματογράφων
σε καραβόπανα κουρελιασμένα στις σπιλιάδες
στο καναβάτσο που έτρωγε τη μούρη του

σε σημαίες μεσίστιες
στα ρετάλια που μπάλωνε τις τρύπες του
σε νοτισμένα από τον ίδρω του έρωτα σεντόνια
στα εσώρουχα ποθητών γυναικών
σε σάβανα προσδοκιών
στα πανιά του...

πως να γλυτώσει κανείς;
ποτέ του δεν τα πρόδωσε
με πάθος ως την παράνοια
πόνταρε πάνω τους στα γεμάτα
τα' παιζε τα' χανε
κι' έμενε ρέστος πανί με πανί._

( συλλογή '' τ' αδέσποτα σκυλιά τρώνε ό,τι βρουν '', 2003 )


αν-ορθογραφία

ω ποιητές εσείς
αλήτες περιούσιοι της εκδημίας
τη κάβλα γράφετε με παχύ βήτα.
όπως μιλιούνται - με το πανώχειλο
τραχιά να καβαλάει την αδημονία -
εντυπώνονται οι πόθοι...
άφετε πρόθυμα το κοίλον ύψιλον
στων ορθογράφων την αμβλεία πένα
τι' ναι η κάβλα που ωθεί τον οίστρο
να σκαρφαλώνει στην κυρτή του βήτα κορυφή
και να γλυστρά απέκει αφεμένος
στου ύψιλον τες ανοιχτές λαγόνες
να καρφωθεί
στο σάρκινο δικράνι του διαβόλου._

( 1-5-2013 )


* Ο Δημήτρης Νικηφόρου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 11-10-1964. Σπούδασε οικονομικά στην πρώην ΑΣΟΕΕ και έφυγε για το εξωτερικό πριν πάρει το πτυχίο του. Έζησε περίπου 12 χρόνια έξω, Γερμανία, Αμερική, Καναδά, (1985-1996), με μία διακοπή ενός έτους, όταν επέστρεψε το '89 πίσω για να φύγει και πάλι το '90 για τις Η.ΠΑ. Έκανε πολλά περιστασιακά και μη επαγγέλματα αλλά η ποίηση ήταν πάντα το ... άμισθο έργο στο οποίο ήταν δοσμένος ολοκληρωτικά. Επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη του '96 και ζει στην Αθήνα παρέα με την μοναδική ερωμένη που της έμεινε πιστός. Την ποίησή του


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...