Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Διήγημα : Μηχανισμοί [ ίδια τραύματα από την ανάποδη]


του Ανδρέα Πασσά *

Έχασα τον έλεγχο, εντελώς ξαφνικά, σαν να γύρισε ένας διακόπτης και η οργή χύθηκε μέσα μου με το πυρηνικό θρόισμα και το παλιρροικό σώμα της αγκαθωτό, συστρεφόμενο να με γεμίζει. Χρειάστηκε να σπάσω την ακαμψία μου για να μην πνιγώ, να ματώσω για να ξεφουσκώσει, ενώ ο πόνος καβαλούσε το χέρι μου. Οι φρέσκες πληγές ζωγραφίζονταν περίτεχνα πάνω του. Το κοιτούσα να αιμορραγεί, αίμα και σάρκα, κανένα από τα δυο δικά μου μέχρι να καταλαγιάσει το μένος. Εξωτικά όμορφες κόκκινες γραμμές, από τον πήχη να κατεβαίνουν στο μπράτσο και από πίσω κενό, ψυχρό σκοτάδι και απουσία. Μόνο τα ποτάμια μου.

Ο δρόμος μέχρι τα επείγοντα είναι κάπως θολός. Φταίει ότι αμέσως κατέβασα δυο ποτήρια τεκίλα, το δικό μου και ένα ξένο. Ο A., που επωμίστηκε όλο το βάρος της μεταφοράς και της συμπεριφοράς μου με αμέτρητα συγγνώμη , είπε ότι σταμάτησε δύο ταξί μέχρι να βρει ένα που να μας δεχτεί. Ο οδηγός του ήταν Σίχ. Παχουλός με τουρμπάνι. Δεν θυμάμαι τίποτα, ομολόγησα, όλα είχαν ναυαγήσει προς τα μέσα, στην λάσπη, την χολή και το αλκοόλ.

Επανήλθα σε έναν ψυχρά φωτισμένο διάδρομο σήψης και μπαγιάτικης αποστείρωσης μέσα στον άσχημο συφερτό του νοσοκομείου, που βογκούσε και γκρίνιαζε. Η πετσέτα που είχα τυλιγμένο το χέρι μου είχε μουλιάσει. Ήταν από το μπαρ και είχε πάνω της κεντημένη την φίρμα μιας βότκας. Μικρές σταγόνες έπεφταν πάνω στα πλακάκια και στα παπούτσια μου.

«Το αίμα δεν καθαρίζει με τίποτα από τα ρούχα», παρατήρησε μια γριά απέναντί μας, δείχνοντας με τα σκελετωμένα δάκτυλα το παντελόνι μου.

«Θά 'θελα να δώ τη φάτσα του άλλου», είπε ο νεαρός γιατρός μόλις είδε το τραύμα μου

«Καθρέπτης, γιατρέ», απάντησα.

«Γρουσουζιά», παρενέβη η μεσήλικη νοσοκόμα με το ταλαίπωρο πρόσωπο και τα παράξενα μάτια, που είχαν μια αυτόματη θαλπωρή. Το άγγιγμά της έτσουξε οινόπνευμα και ξαφνική ανακούφιση.

Ο γιατρός έβαλε το χέρι κάτω από ένα φώς. «Κεντηματάκι», είπε. Ενόσω δούλευε, είχε πιάσει ψιλή κουβέντα, μια με την νοσοκόμα  μια με τον εαυτό του και κάποιες στιγμές με μένα, που η ικανότητά μου για συζήτηση σ' εκείνη τη φάση συναγωνιζόταν αυτή των Νέαντερταλ. Τελείωσε σφυρίζοντας έναν αόριστα γνώριμο σκοπό.

«Δεν με πειράζει, οι γυναίκες γουστάρουν τα σημάδια», προσπάθησα να καταλαγιάσω την όποια αμφιβολία είχε για το έργο του, καθώς το κοιτούσε σκεφτικός κάτω από τη δυνατή λάμπα, θυμίζοντας τεράστιο έντομο, με τα μάτια του να τρέχουν δεξιά και αριστερά και τη γλώσσα του να προεξέχει στην μια άκρη από το στόμα του, λες και είχε δει ζάχαρη πάνω στο χέρι μου και ζύγιζε αν είναι πρέπον να χιμήξει. Το τράβηξα και μας απελευθέρωσα και τους δυο από ό,τι συνέβαινε. Το πρόσωπό του ξανάγινε πρόσωπο σοβαρού γιατρού. Τον φαντάστηκα νεότερο με την προηγούμενη έκφραση, σκυμμένο πάνω από μια στοίβα βιβλία και ξαφνικά τον είδα να μικραίνει και να μεγαλώνει πάλι και είπα ευχαριστώ γιατρέ και βγήκα έξω με τον ιδρώτα να κυλά στην πλάτη μου.

Δεκάξι ράμματα, μπόλικη φαγούρα και ένα μαγαζί απ' όπου φάγαμε μόνιμη πόρτα. Διόλου άσχημα για μεσοβδομαδιάτικη έξοδο. Περίμενε να 'ρθει η Παρασκευή, είπε μια γαμημένη φωνούλα κάπου στο βάθος.

Καθισμένοι σε ένα παγκάκι, στο πυκνό πάρκο μπροστά από το νοσοκομείο, με  άστεγους να κοιμούνται κάτω από τα δένδρα, τις κατσαρίδες ζαλισμένες πάνω στα πλακάκια και την αχνή μυρωδιά κάτουρου, με μπύρα και τσιγάρο, εγώ ξεφούσκωνα και ο A. ενδοσκοπούσε στο άγνωστο εσωτερικό του. Τελικά έσπασε τον θόρυβο του κοιμισμένου μικρόκοσμού μας με μια διαπίστωση: «Αν δεν ήμουν φίλος σου, θα σού 'λεγα να πας να γαμηθείς. Το γούσταρα το μαγαζί. Τώρα δεν θα θέλουν να μας δουν ούτε στο πεζοδρόμιο. Σου συμβαίνει κάτι ρε γαμώ το; Κάποιος ανεκπλήρωτος έρωτας; Χρωστάς λεφτα;»

Γέλασα. Κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθα ότι ζούσαμε σε διαφορετικούς κόσμους. Σε σχέση με κείνον, τα αισθητήρια κέντρα μου ήταν εξωγήινα . Όσο μεγάλωνε αποκτούσε μόνο έναν τρόπο για να βλέπει τα πράγματα, μια απλή μαθηματική εξίσωση για έναν κανόνα στα οικονομικά. Τόσο ψυχρά. Οι τσέπες του βάραιναν ορθολογισμό. Ο αυτόκλητος θάνατος του αιθεροβάμονα έφηβου που ήταν κάποτε δεν ήταν μόνιμος, υπήρχαν φάσεις που έβλεπα κάτι να παλεύει από κάτω για να τον ανατρέψει.

«No pussy blues και κακό ποτό», είπα για να ξεμπερδέψω γρήγορα .

«Την επόμενη φορά που θα σε πιάσει η ίδια κρίση βρες έναν τοίχο και άλλαξέ του τα φώτα, εντάξει;»  Έσκασε στα γέλια. « Έλα δω, ρε κονιόρδε» και σήκωσε το κουτί της μπύρας του να τσουγκρίσουμε.

«Νομίζω ότι θα γυρίσω σπίτι», σηκώθηκα μετά από λίγο. «Θα περπατήσω».

«Κι εγώ θα τελειώσω το τσιγάρο και θα την κάνω. Θά 'σ' εντάξει;»

«Προς θεού, το χέρι μου είναι μόνο» και αμέσως το άτιμο μού 'δωσε ένα γερό τσίμπημα, που έφτασε μέχρι το πρόσωπο.

«Ναι, καλά», κούνησε κουρασμένα το κεφάλι του. «Τα λέμε».

Περπατώντας τους άδειους πορτοκαλί δρόμους, μου ήρθε στο μυαλό κάτι που 'χε συμβεί στο προαύλιο του σχολείου, νομίζω πήγαινα Τετάρτη Δημοτικού τότε. Ήμουν σε μια γωνία μόνος, κανένας δεν με έπαιζε, είτε το παιχνίδι ήταν ανούσιες τρεχάλες είτε ποδόσφαιρο με πλαστικό μπουκάλι γεμισμένο με χαρτί. Έκλαιγα, αλλά κατάφερνα να το ντύσω με παγερή αδιαφορία στο πρόσωπο. Τότε, κάποιος κλότσησε το αυτοσχέδιο μπαλάκι μπροστά μου και ένα άλλο παιδί με προειδοποίησε να μην τολμήσω να το ακουμπήσω με το χοντροποδαρό μου. Δεν θυμάμαι αν ήταν ο μπούλης του σχολείου ή απλά ένα ανώνυμο μαλακιστήρι, όμως, και σε κείνο το διάλειμμα, άνοιξε η ίδια πόρτα μέσα μου, όπως και σήμερα,. Δεν του επιτέθηκα, αντίθετα ξέσπασα στα δάκρυα που τόση ώρα κρατούσα. Η διαφορά ήταν ότι στα εννιά μου χρόνια δεν είχα κουραστεί τόσο για να ενδώσω στο κόκκινο. Απλά χρέωσα τον εαυτό μου με μερικές μέρες κοροϊδίας από τους συμμαθητές μου για το κλάμα.

Στάθηκα σε μια διασταύρωση παλεύοντας με τη φαγούρα στο χέρι κι άναψα ένα τσιγάρο για να ξεχαστώ. Με την άκρη του παπουτσίου μου κλότσησα μακριά μια κατσαρίδα που με πλησίαζε.  Ένα περιπολικό, με τον αναμμένο φάρο του να λερώνει με μπλε το πορτοκαλί φως που έπεφτε από τις κολόνες, πέρασε σαν αστραπή τον άδειο δρόμο. Τελικά την κατσαρίδα την έλιωσα κάτω από τη σόλα μου. Πέθανε με έναν εμετικό ήχο. Θα μπορούσα να μείνω εκεί ακίνητος όλο το βράδυ, αναχαιτίζοντας την επιθυμία να ξύσω τα ράμματα. Σκεφτόμουν ότι είναι προτιμότερο από το άδειο, ψημένο από τη ζέστη σπίτι.  Πήρε δυο τσιγάρα κι έναν περαστικό που με ρώτησε αν είχα ώρα, για να αναθεωρήσω και να συνεχίσω.

Στη Ριζάρη βρέθηκα να ψάχνω πάλι τον μίτο της καθόδου μου στην τραυματισμένη μοναξιά του τέλους τούτης της νύχτας. Αρχικά η διάθεσή μου ήταν καλή, δεν είχα την ανάγκη να πιω πολύ. Στο τρίτο ποτό συνέβη και ενώ μιλούσαμε για τις εκλογές σε ήπιο τόνο, γνωστοί και άγνωστοι μαζί.

Η ηττοπάθεια που δέσποζε στις απόψεις μας, η η ανικανότητα της πολιτκής τάξης, η μοιρολατρία και η μετάθεση της σωτηρίας στις άλλες γενιές ήταν που με νίκησαν. Το ότι, είδα την ελαττωματική πίκρα μου σε όλους και αμέσως δεν ήταν κάτι προσωπικό, αλλά μια αρρώστια που μας έτρωγε όλους μας από τα πόδια κι εμείς, με τις λειψές μας εργαστηριακές προδιαγραφές, το βρίσκαμε πιο εύκολο να μένουμε στάσιμοι περιμένοντας το μοιραίο. Όχι, ρε πούστη, θέλω να λυτρωθώ από την πλάνη των σωτήρων, από την πρoαποφασισμένη αμάθειά μας, από την πολιτισμική φτήνια. Οι αποχετεύσεις έχουν ανοίξει, από μέσα ξεπηδάνε κάθε λογιών ακάθαρτα πλάσματα και με όπλο τους τη λαλιά και το δίκαιο της ύπαρξής τους χαράζουν τις νέες γραμμές για ένα όραμα που την αποκλειστικότητά του έχουν προβοκάτορες, ρουφιάνοι, φανατισμένοι των άκρων, ψυχοπαθείς που ταίριαξαν στο περιθώριο, τσακισμένα ανθρωπάκια που ξέρουν μόνο να μισούν, ερείπια που νομίζουν ότι το τράνταγμα που κάνει το ψυχορράγισμά τους είναι ανάσταση και ό,τι φρικιό μπορεί να κατεβάσει ο νούς,και τρέμω, γιατί το μόνο που ξέρω είναι να κρατάω τη μύτη μου απέναντι στη δυσωδία τους. Δεν θέλω άλλο να λυπάμαι, η θλίψη είναι ευγένεια, όμως και ο θυμός παγίδα μου φωνάζει το τραύμα. Κάτι διαφορετικό χρειάζεται, που πρέπει να το μάθουμε από την αρχή. Άσχημες μέρες, σας λέω. Μαύρα και γαμημένα τα μελλούμενα .

Από κάπου το τραγούδι ενός πουλιού γέννησε μια μάταιη ανακούφιση που εξατμίστηκε γρήγορα κάτω από την άσφαλτο. Φτάνοντας στο διαμέρισμα, ήξερα ότι θα είχα καλύτερη τύχη αν έβαζα να δω καμία ταινία από το να ξαπλώσω. Άνοιξα την τηλεόραση. Ο αποκωδικοποιητής είχε χαλάσει. Σε όλες τις συχνότητες χιόνια. Ένας φίλος μου ποιητής έχει γράψει ότι τα χιόνια στην τιβί είναι η φωνή του Θεού. Της γύρισα την πλάτη βάζοντας μουσική και ένα ποτό.


* Ο Ανδρέας Πασσάς γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Εργάζεται στην ιδιωτική τηλεόραση.


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...