Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Διήγημα : Ενύπνιος τρόμος


της Βάλιας Καραμάνου *

Ήταν μόνο δεκαπέντε χρονών και ήθελε να γίνει καλόγρια. Όλο της το ‘είναι’ ήταν δοσμένο σ’ αυτή την επιθυμία. Φορούσε φορέματα σκούρα, ριχτά, όμοια ράσα και διάβαζε μόνο το ευαγγέλιο και βιβλία για τον μοναχισμό. Δεν έχανε καμία ακολουθία στην εκκλησία, όπου στεκόταν από την αρχή ως το τέλος προσηλωμένη σε μια δική της ακατάληπτη προσευχή. Ήθελε να γίνει Νύμφη Κυρίου. Ήταν ο μόνος δρόμος…
Η οικογένειά της ήταν βαθιά θρησκευόμενη και καμάρωνε εν μέρει για την τάση της κόρης της. Ωστόσο, ενδόμυχα θλίβονταν που αυτό το όμορφο, γεμάτο ζωή πλάσμα ήθελε ν’ απαρνηθεί τα εγκόσμια και να κλειστεί σ’ έναν άλλο κόσμο μακριά τους.
Ήταν υπερβολική: δεν έτρωγε, προσευχόταν διακαώς τις νύχτες άγρυπνη σκεπάζοντας το κεφάλι της μ’ ένα μαύρο πανί σαν καλυμμαύχι, σημάδι ταπείνωσης των μοναχών. Όλη τη νύχτα ακούγονταν τα σιγανά αναφιλητά της και μόνο το πρωί επιτέλους αποκοιμόταν.
Στο σχολείο τα πράγματα ήταν χειρότερα. Τόσο προκλητικά διαφορετική και απόμακρη που ήταν, εύλογα γινόταν στόχος για τους υπόλοιπους συμμαθητές της. Οι καθηγητές βέβαια καμάρωναν για τις υψηλές επιδόσεις της στα μαθήματα, αλλά φανερά προβληματισμένοι επισήμαιναν και αυτοί στους γονείς της την αλλόκοτη, σχεδόν νοσηρή συμπεριφορά της : γλυκιά, χαμογελαστή σε όλους, τόσο απόμακρη όμως με τόση θλίψη να ‘βαραίνει’ πάνω της…
Αλλά και οι συστάσεις των ψυχολόγων δεν βοήθησαν ιδιαίτερα: η μικρή μαράζωνε, αδυνάτιζε, ενώ σχεδόν εκστασιασμένη έμπαινε λες σε άλλη διάσταση, αυτή του μυστικισμού. «Θέλω να γίνω καλόγρια!», τους ανακοίνωσε με λαχτάρα κάποτε και τα μάτια της έλαμπαν !
Αυτή η ‘λάμψη’ ακριβώς τρόμαξε τους γονείς της και την πήραν εσπευσμένα μαζί τους για καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό. Ήλπιζαν ότι εκεί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, τα μπάνια στη θάλασσα και οι βόλτες θα της άλλαζαν τα μυαλά.
Μάλλον το αντίθετο έγινε: περιφερόταν με τις ώρες στα κτήματα, στην παραλία αναζητώντας σκιερές γωνιές για να διαβάσει το ψαλτήρι σκεπάζοντας το κεφάλι της με το μαύρο πανί...
Μόνη της παρηγοριά ήταν o Γιωργής, ο γιος του γείτονά τους. Ήταν ένα πρόσχαρο παιδί, στην ίδια ηλικία με αυτήν, που ζούσε μόνιμα στο διπλανό αγρόκτημα. Γνωρίζονταν από μικρά παιδιά: εκείνη ερχόταν κάποια καλοκαίρια για τις διακοπές της, εκείνος έμενε μόνιμα εκεί στη γενέτειρά του, πολύτιμος πλέον βοηθός του πατέρα του στα κτήματα. Φέτος πια ήταν σωστό παλικάρι, όμορφο, ψηλό και πάντα με το χαμόγελο στο στόμα! Μαζί έκαναν ατελείωτες βόλτες από μικρά στα κτήματα και εκείνος –γεμάτος ζωντάνια- την έκανε πάντα να γελά! Πολύτιμος φίλος με μια αγκαλιά πάντα διαθέσιμη για εκείνη… Ήθελε να του ανοιχτεί, να κλάψει σ’ αυτή την αγκαλιά, αλλά κάτι την εμπόδιζε. Ήταν σκληρή, τυπική και προσηλωμένη στο Θεό της...
Φοβόταν πολύ. Από μικρό παιδί φοβόταν τους δαίμονες, που γνώρισε μέσα από τις ‘διδακτικές’ διηγήσεις της οικογένειάς της. Ύπουλοι, ξέρουν τα ευαίσθητα σημεία σου, σε ξεγελούν και μετά σε σέρνουν στο έρεβος …
Αρχικά, ήταν όνειρα μόνο. Σταύρωνε το μαξιλάρι της προτού να κοιμηθεί και έβαζε γύρω της ένα σωρό φυλαχτά. Γονατιστή –με το μαύρο πανί στο κεφάλι της – έλεγε τη βραδινή της προσευχή και τα δάκρυα της αυλάκωναν το πρόσωπο, τα σταυρωμένα χέρια, έπεφταν ως τα γόνατα. Μετά, αποκαμωμένη, κουκουλωνόταν στο κρεβάτι της για να αφεθεί σε ανίερες παραστάσεις στην αγκαλιά του Μορφέα. Ψέλλιζε διαρκώς μισοκοιμισμένη προσευχές – κραυγές και έτρεμε νιώθοντας άγνωστα δαιμόνια να την κυκλώνουν, σκυλιά κατάμαυρα να την κατασπαράζουν κομμάτι - κομμάτι … Όταν έφτανε η αυγή ξυπνούσε πρώτη, ωχρή και μαύρα μάτια βαθουλωμένα στις κόγχες τους από την ολονύχτια πάλη. Από το άλλο δωμάτιο ακούγονταν οι ήσυχες ρυθμικές ανάσες των γονιών της και αυτό την ησύχαζε και την εξόργιζε ταυτόχρονα.
Με λαχτάρα περίμενε τα μεσημέρια τον παιδικό της φίλο τον Γιωργή! Ήταν ο σύνδεσμος της με τον έξω κόσμο των υγιών ανθρώπων, που είναι ευτυχισμένοι στις οικογένειές τους. ‘Αλεπουδάκι!’ τη χαιρετούσε γλυκά και τα ξεχνούσε όλα τότε. Αυτός ένιωθε ανείπωτη τρυφερότητα για το βασανισμένο εκείνο πλάσμα, που τον κοιτούσε βουβά με μάτια που κραύγαζαν ‘βοήθεια’. Του’ ρχόταν να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να την προστατεύσει. Από τι; Δεν ήξερε…
Περνούσαν οι εβδομάδες και η κατάσταση χειροτέρευε, προς απογοήτευση όλων. Τώρα οι εφιάλτες έπαιρναν σάρκα και οστά. Οι δαίμονες ήταν αληθινοί και τη διεκδικούσαν να τη σύρουν στον κόσμο τους. Αυξήθηκαν οι προσευχές, οι νηστείες και τα δάκρυα κάτω από τα εικονίσματα. Τώρα το κρεβάτι της ήταν γεμάτο φυλαχτά και γύρω – γύρω όλες οι αγαπημένες της κούκλες να τη φυλάνε.
Όμως εκείνοι ζωντάνευαν όταν νύχτωνε. Κουκουλωνόταν με το σεντόνι της για να προφυλαχτεί, αλλά πάντα την έβρισκαν. Χέρια μαλλιαρά με γαμψά νύχια έμπαιναν κάτω από τα σεντόνια της και βαριές βρωμερές ανάσες έκαιγαν το πρόσωπό της. Εκείνη έτρεμε, έσφιγγε τα φυλαχτά στις χούφτες της και με μάτια κλειστά μουρμούριζε προσευχές. Εκείνοι όμως δεν έφευγαν. Έτσι την έβρισκε το χάραμα κάθιδρη, χλωμή και εντελώς άυπνη.
Ώσπου μια νύχτα ένιωσε να την πλακώνει ένα απίστευτο βάρος, μαλλιαρό και δύσοσμο. Τρόμος περιέλουσε με ρίγη το κορμί της και έκανε τα σαγόνια της να χτυπούν. Και όταν αυτό το στοιχειό έχωσε το χέρι του κάτω από τη νυχτικιά της, δεν άντεξε άλλο : πετάχτηκε πάνω ουρλιάζοντας και έτρεχε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Έντρομοι οι γονείς της προσπάθησαν να την ακινητοποιήσουν.
- Εκεί, εκεί ήταν!!! Ούρλιαζε εκείνη και έδειχνε με το δάχτυλό της την άκρη του κρεβατιού, που ήταν βαθουλωμένη από το σχήμα κάποιου, που μόλις καθόταν εκεί.
Ή μητέρα της το άγγιξε και ήταν ζεστό ακόμα, ενώ διέκρινε και δυο μαύρες τρίχες πάνω! Ταραγμένη έκανε το σταυρό της τρεις φορές και αποφασιστικά δήλωσε ότι την επόμενη μέρα θα έκαναν αγιασμό.
Από τότε η μικρή έφηβη άρχισε φαρμακευτική αγωγή για τους ‘ενύπνιους τρόμους’, όπως αποφάνθηκε ο ψυχίατρος, ο οποίος μόνο σε δαίμονες δεν έστρεφε τις υποψίες του.
Για πολλές νύχτες βυθιζόταν μαστουρωμένη από χάπια ηρεμιστικά σε αλλόκοτο ύπνο, όπου φυλαχτά, άγγελοι και δαίμονες την έσερναν σε έναν τρελό, άγριο χορό. Την ημέρα καθόταν άπραγη στην αυλή, χωρίς διάθεση να διαβάσει ή να κάνει κάτι.
Ήρθε και ο φίλος της ανήσυχος να την επισκεφτεί και εκείνη μόλις τον είδε κρύφτηκε στην αγκαλιά του κλαίγοντας γοερά. Λυπημένα, της χάιδεψε τα μαλλιά νιώνοντας τόσο ανήμπορος να κάνει κάτι…
Μια νύχτα δεν πήρε τα χάπια της. Σιχάθηκε τους ‘δεσμώτες’ της και πήδησε έξω από το παράθυρο. Έξω ήταν όμορφα, ήρεμα, με λαμπερά άστρα, καθαρό αέρα και γλυκές φωνές των πουλιών της νύχτας … Η δροσερή αύρα της καθάρισε το μυαλό και μια συγκίνηση πρωτόγνωρη πλημμύρισε την ψυχή της και έφτασε ως τα μάτια της. Έτρεχε, έτρεχε μέσα στο περιβόλι και ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερη με φτερά στα πόδια της !
Σταμάτησε στο διπλανό κτήμα, που έμενε ο Γιωργής. Ήταν μόνος στην αυλή και απολάμβανε τη δροσιά. Οι γονείς του κοιμόντουσαν από νωρίς.
- Αλεπουδάκι! Έκανε εκείνος ξαφνιασμένος όταν την αντιλήφθηκε να στέκεται μπροστά του μέσα στην μακριά νυχτικιά της.
Του έκανε νεύμα να σωπάσει και χώθηκε στην αγκαλιά του.
- Φώναξέ με πάλι έτσι… ψιθύρισε παρακλητικά.
- Αλεπουδάκι!... έκανε εκείνος τρυφερά και στύλωσε τα μάτια του μέσα στα δικά της όλο προσμονή.
Τη σήκωσε στα μπράτσα του και την πήγε μακριά μέσα στις πορτοκαλιές. Αφέθηκε σ’ ένα αγκάλιασμα γεμάτο καλοκαιρινές μυρωδιές από το μουσκεμένο χώμα κάτω από τα άστρα…. και τότε κατάλαβε ποιος ήταν ο διάβολος, ποια τα απόκοσμα πλάσματα που στοίχειωναν τις νύχτες της …
Το άλλο πρωί πέταξε το μαύρο πανί και τις κούκλες της. Ετοιμάστηκε για πόλεμο….

(από τη συλλογή διηγημάτων "Το πηγάδι", Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011)


* Η Βάλια Καραμάνου γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Μέχρι σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος. Το 2009 επιμελήθηκε την έκδοση του λευκώματος ‘Φωτογραφείον το Μάνεσι’ με το φωτογραφικό αρχείο  του πατέρα της (Γεωργίου Καραμάνου, σεναριογράφου- συγγραφέα). Το 2011 εκδόθηκε η πρώτη προσωπική της συλλογή διηγημάτων με τίτλο ‘Το Πηγάδι’ (εκδόσεις Γαβριηλίδη), ενώ το 2012 κυκλοφόρησε η νουβέλα της ιδίας  με τίτλο ‘Αστεροειδής Γλυκάνισος’ από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Ζει στην Αθήνα και έχει μία κόρη.


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...