Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Διήγημα : Μπλε με γεύση μαστίχας


της Δέσποινας Καΐρη *

Βασισμένο σε μια ιδέα του Μ. Ζ. και μια φράση από ένα παγκάκι, του Μ.Α.

«Είναι η κοπέλα που την αντίκρισα για πρώτη φορά σε εκείνο το βιβλιοπωλείο. Έψαχνε να βρει ένα άλμπουμ φωτογραφίας με εικόνες από την πόλη. Τα μαλλιά της χόρευαν σε μουσική που ξαφνικά άρχισε να παίζει ρυθμικά στους χτύπους της καρδιάς μου. Τα δάχτυλά της άγγιζαν τα εξώφυλλα αφήνοντας αποτυπώματα ανεξίτηλα – περάσματα της ζωής της από ένα σωρό ράφια. Ένα κρεμαστό στο λαιμό της δημιουργούσε ρωγμές στον αέρα που διψούσε να ρουφήξει σε κάθε της ανάσα. Την πλησίασα και άρχισα να ακολουθώ τα βήματά της, σαν να ψάχνουμε κάτι παρόμοιο. Στην αρχή, ήμουν αόρατος, μα δεν πέρασε λίγη ώρα και με κοίταξε λοξά. Σαν να με ξεπέταξε σε δευτερόλεπτα κι έπειτα γύρισε στην αναζήτησή της. Το βλέμμα της ήταν ζεστό σαν ένα φλιτζάνι πρωινού καφέ πλάι σε τζάκι. Η έκφρασή της σκέπαζε χιλιάδες ιστορίες που είχε ζήσει κι ήθελα τόσο να ανακαλύψω, να βρεθώ μαζί της στις επόμενες που θα συναντούσε.
- Μήπως μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι; Είμαι φωτογράφος κι ίσως ξέρω κάτι πάνω σε αυτό που ψάχνετε.
Η φωνή μου ήταν τόσο ήρεμη, σχεδόν σα φοβισμένη μην ταράξει τα νερά της γαλήνης που είχε το πρόσωπό της.
- Ψάχνω ένα άλμπουμ με φωτογραφίες της πόλης,  το χρειάζομαι για τη δουλειά μου, ξέρετε είμαι αρχιτέκτονας και ετοιμάζουμε ένα project για την ιστορία της πολεοδομίας και την αναμόρφωση των ελεύθερων κοινωνικών χώρων.
Η φωνή της ήταν σαν τραγούδι. Οι παύσεις της ομιλίας έδιναν χώρο σε πλήκτρα πιάνου να ντύσουν το συναίσθημα που έβγαζε ο τόνος των λέξεων.
- Ίσως αυτό εδώ να βοηθούσε, της είπα δείχνοντας ένα τυχαίο που βρέθηκε μπροστά μου.
Ήξερα πως δεν ήταν ό,τι έψαχνε, μα έπρεπε κάπως να την κρατήσω σε αυτόν τον διάλογο που μέτραγε τη ζωή μου αντί σε λεπτά αιώνες, διάλογος αθανασίας.
- Ναι, ίσως, θα του ρίξω μια ματιά, ευχαριστώ.
Είχε καταλάβει ότι δεν μπορώ να τη βοηθήσω και σχεδόν αδιάφορα με μια τυπική ευγένεια ξεστόμισε αυτή τη φράση. Κατάλαβα ότι την έχανα. Ήδη το βήμα της έτοιμο να απομακρυνθεί από κοντά μου. Το βλέμμα της μαρτυρούσε πως ο νους είχε ήδη σταματήσει το διάλογό μας ενώ εγώ εκλιπαρούσα για μια λέξη της. Βεβιασμένα πέταξα την ερώτηση που ίσως μου έδινε μια ευκαιρία να την ξαναδω:
- Και πού δουλεύετε; Αν βρω κάτι πάνω σε αυτό που ψάχνετε, θα μπορούσα να το φέρω στη δουλειά σας.. αν θέλετε.. αν βοηθήσει δηλαδή..
- Μα ναι βέβαια! Αν δεν σας κάνει κόπο και πραγματικά βρείτε κάτι, εδώ ακριβώς απέναντι, στο κτίριο με τα στρογγυλά τζάμια, το πορτοκαλί, στον 3ο όροφο είναι το γραφείο μου. Μπορείτε να το αφήσετε σε κάποιον συνάδελφο, αν απουσιάζω. Και πάλι ευχαριστώ.
Είχαν λάμψει τα μάτια της στην ιδέα ότι μπορεί να βρει αυτό που χρειαζόταν. Δεν είχα ξαναδεί μάτια να χαμογελούν μόνα τους σα λιακάδα καλοκαιρινή σε νησί. Για λίγο, μου ήρθε η γεύση της μαστίχας στα χείλη που έτρωγα παιδί σε κάθε τέτοια λιακάδα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου.
Πριν προλάβω να ζητήσω το όνομά της, έφυγε βιαστική αφού κοίταξε πρώτα το ρολόι της. Σαν να είχε να πάει κάπου. Σαν να την περίμεναν. Κι εγώ έμεινα εκεί, περιμένοντας την επόμενη συνάντησή μας, έχοντας μια ζωή καινούρια να περιμένω, μια λιακάδα να με ζαλίζει και λίγη μαστίχα να γλυκαίνει τα χείλη μου.
………………………………………………………………………………………………………
Τις επόμενες μέρες έψαχνα απεγνωσμένα κάτι που θα μπορούσε να σταθεί αφορμή για να την επισκεφτώ στο γραφείο της. Ζήτησα βοήθεια από συναδέλφους, μη δίνοντας περαιτέρω εξηγήσεις, προφασιζόμενος ότι θα πάω σε μία έκθεση στο εξωτερικό και χρειάζομαι να διαβάσω κάποια σχετικά βιβλία. Μετά από πολύωρο ψάξιμο, βρήκα ένα άλμπουμ που ταίριαζε πολύ στις ανάγκες του project, έτσι όπως το είχα καταλάβει. Πού να ήξερε ο τύπος που το είχε εκδόσει ότι αυτό ήταν το εισιτήριό μου για μια στιγμή ευτυχίας με έναν άνθρωπο παντελώς άγνωστο κι όμως δικό μου. Ήθελα να πω ότι ήταν δικιά μου, ότι την κέρδιζα σιγά σιγά, αλλά μέσα μου ήξερα πως όλα αυτά ήταν μια δική μου φανταστική πλάνη. Κι όμως, μέσα στην πιο άγρια φαντασία μου έβρισκα τα λημέρια που ήθελα καιρό να πάω, εκείνες τις πτυχές του νου και της ψυχής που θέλεις να κουρνιάσεις και απλά να υπάρχεις, χωρίς λέξεις, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς τίποτα. Ένα σώμα διψασμένο για την όαση που ξαφνικά ουρανοκατέβατη μου αποκαλύφθηκε σα θαύμα από έναν θεό που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει.
Είχα σηκωθεί από τα χαράματα-αν υποθέσει κανείς ότι κοιμήθηκα και καθόλου- κι είχα τελειώσει τον καφέ μου. Το ένα τσιγάρο ακολουθούσε το άλλο και στο μυαλό μου γράφονταν και σβήνονταν διαρκώς σενάρια για το τι θα της έλεγα και πώς θα κατάφερνα να τρυπώσω λίγη παραπάνω ώρα στο χρόνο της που φαινόταν πολυάσχολος και αφιλόξενος για τις δικές μου ονειροπολήσεις. Τελικά το πήρα απόφαση. Πέταξα τη γόπα, έκλεισα την καφετέρια, τυλίχτηκα στο παλτό μου για να με αγκαλιάσω λίγο πριν τη μάχη και πήγα. «Ό,τι βγει, όπως βγει..» σκέφτηκα.
Το πορτοκαλί κτίριο φάνταζε ουρανοξύστης εκείνο το πρωινό. Νόμιζα ότι θα μπω σε κανένα μεγάλο ξενοδοχείο και θα χαθώ στους διαδρόμους του. Μπήκα στο ασανσέρ κοιτώντας δεξιά αριστερά νευρικά μήπως και την πετύχω πουθενά. Φτάνοντας στον 3ο, ένα γραφείο στα δεξιά και ένας νεαρός στη ρεσεψιόν που με κοίταξε με ένα χαμόγελο φρεσκοφορεμένο και καλοδουλεμένο, σαν να είχε παγώσει πάνω του χρόνια.
- Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;
- Ψάχνω μία κοπέλα…γνωστή μου..τη γνώρισα πριν μέρες.. τέλος πάντων, έχω κάτι να της δώσω για ένα project που ετοιμάζει. Ενημερώστε τη και θα καταλάβει.
- Πώς ονομάζεται;
«Άρχισαν τα δύσκολα», είπα μέσα μου. «Και τώρα τι θα του πεις του χριστιανού βρε ονειροπαρμένε, αιθεροβάμων.. που ανάθεμα κι αν γύριζες το χρόνο πίσω να την έκανες τη ρημάδα την ερώτηση να είχες τώρα κάτι χειροπιαστό. Τι θα του πεις τώρα, είναι μία νεράιδα που αναβλύζει μαστίχα;»
- Ξέρετε, δε γνωρίζω το όνομά της, αλλά αν της πείτε ότι είμαι ο φωτογράφος κι έχω φέρει το άλμπουμ θα καταλάβει.
Ξεροκατάπιε λίγο απορημένα ο νεαρός αλλά σήκωσε το ακουστικό. Ζήτησε μία δεσποινίς Λήδα. «Λήδα», σκέφτηκα. Σαν μάγισσα που ξεπροβάλλει από λίμνη και ξεχυλίζει δροσιά και νερό. Ένα τέτοιο όνομα μόνο θα μπορούσε να στολίσει αυτό το στοχαστικό βλέμμα κι αυτό το παιχνδιάρικο χαμόγελο. Χάθηκα για λίγο σε καταρράκτες που αντηχούσαν το όνομά της κι εγώ γυμνός πλενόμουν στις όχθες και κάρφωνα τα χέρια μου σε βράχια για να ακουμπήσω όλο και πιο βαθιά στο κέντρο της πηγής της.  Μια φωνή από μακριά ακουγόταν αλλά δεν ξεχώριζα τι έλεγε. Ξαφνικά, πιο δυνατή η φωνή με στέγνωσε απότομα επαναφέροντάς με σε εκείνους τους στενούς διαδρόμους του κτιρίου.
- Κύριε… δεν μου είπατε το όνομά σας.. κύριε φωτογράφε! Η δεσποινίς Λήδα είναι απασχολημένη, σας ευχαριστεί πολύ και μου είπε να αφήσετε το δέμα σε εμένα και θα της το δώσω μόλις είναι διαθέσιμη.
Μία φράση που του ξέφυγε αβίαστα πάσχιζε ο νους και τα αυτιά μου να την καταπιούν. Τόσο ξερά και απότομα μου γκρέμισε ό,τι είχα φανταστεί. Αποφάσισα να μην το βάλω κάτω.
- Θα γυρίσω σε δέκα λεπτά να σας το αφήσω. Ορφέας είναι το όνομά μου. Θα με θυμάστε, ε;
- Μάλιστα, απάντησε σχεδόν αδιάφορα στην εναγώνια προσπάθειά μου να καταστρώσω ένα σχέδιο.
Κατέβηκα με τις σκάλες γρήγορα και βγήκα στο δρόμο. Πιο κάτω, σε ένα στενάκι, θυμόμουν ότι είχα δει ένα ανθοπωλείο. Μπήκα μέσα και κοίταξα τριγύρω τα λουλούδια. Έψαχνα να βρω αυτό που περιμένει μια Λήδα να το κοιτάξει για να πετάξει ανθούς, για να εκπληρώσει τον προορισμό του. Η αναζήτηση του βλέμματός μου σταμάτησε όταν έπεσε πάνω σε ένα μπλε τριαντάφυλλο. Κάποτε μου είχαν πει ότι δεν υπάρχουν από τη φύση μπλε τριαντάφυλλα κι ότι τα επεξεργάζονται τεχνητά για να φαίνονται τέτοιο χρώμα. Ωστόσο, ένα βιβλίο που είχα διαβάσει υποστήριζε μια ιστορία ότι κάποτε στη Λατινική Αμερική, σε ένα χωριουδάκι, είχαν φυτρώσει μπλε τριαντάφυλλα και οι άνθρωποι το θεώρησαν μήνυμα θεού και άρχισαν να προσφέρουν όλα τους τα υπάρχοντα σε άλλους για να ξεπληρώσουν τη θεία εύνοια. Μετά από μέρες, κι ενώ είχαν αρχίσει ήδη να ξεμένουν από βασικά τρόφιμα, μια γενναιόδωρη βροχή κι ένα κοπάδι που μετανάστευσε στο χωριό χάρισε στους κατοίκους απίστευτη ευφορία στο έδαφος και πολλά ζώα για εκτροφή. Από τότε, όλοι οι χωρικοί μοίρασαν δουλειές και έζησαν για πολλά χρόνια πλουσιοπάροχα, έχοντας πάντα στη μια μεριά της γης τους ένα σωρό από αυτά τα μπλε τριαντάφυλλα, και μην αμελώντας να ευχαριστούν την τύχη τους χαρίζοντας τα περίσσια αγαθά σε γείτονες φυλές που δεν είχαν το ίδιο προσοδοφόρο έδαφος. Αυτή η ιστορία με είχε σημαδέψει και όταν είδα το τριαντάφυλλο ήρθε ολόκληρη στο μυαλό μου. Ένα τέτοιο θείο δώρο ταίριαζε στο δώρο της Λήδας να εμφανιστεί μπροστά μου από το πουθενά. Το πήρα κι έτρεξα πάλι πίσω στο κτίριο. Ο ρεσεψιονίστ μηχανικά πήρε το δέμα μου και το λουλούδι, διαβεβαιώνοντάς μου ότι θα της τα παραδώσει αργότερα.
Στο δρόμο για το σπίτι, ο αέρας ήταν ολότελα διαφορετικός. Η ατμόσφαιρα απέπνεε μόνο ελπίδα και ζωή. Τα ρούχα μου τα ένιωθα τόσο ελαφριά κι είχα την αίσθηση ότι το πρόσωπο και οι κινήσεις μου ήταν πιο όμορφες από ποτέ. Δίχως να έχω την παραμικρή ιδέα αν αυτή η γυναίκα ήταν τόσο ξεχωριστή, για μένα ήταν ξεκάθαρο το συναίσθημα της ιδιαιτερότητάς της και της μαγείας που έκρυβε μέσα της. Κι ύστερα προσπαθούσα να εξηγήσω λογικά στον εαυτό μου πόσο απατηλά είναι το όσα σκεφτόμουν. Μα μια σκέψη που έγινε λέξη και βγήκε στα χείλη μου σιγά έπαυσε κάθε εσωτερικό διάλογο. «Έρωτας». Ανεξήγητος, ανεξάντλητος, υπερφύαλος, σχεδόν αλαζόνας και παντοδύναμος να αλλάξει τη ροή των πάντων. Μαζί και την δική μου.
………………………………………………………………………………………………………
Είχαν περάσει σχεδόν 24 μέρες από εκείνη τη μέρα που βρέθηκα στο γραφείο της Λήδας. Τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει. Κάθε πρωί έπινα τον καφέ μου, προετοίμαζα διαλόγους που ποτέ δεν κατέληγαν να πραγματοποιηθούν, αγόραζα το μπλε τριαντάφυλλό της και το άφηνα στο ρεσεψιονίστ, ακούγοντας πόσο πνιγμένη στη δουλειά ήταν. Εκείνη τη μέρα, ήμουν αποφασισμένος να την περιμένω να σχολάσει. Όταν έφτασα στη ρεσεψιόν, ο νεαρός με κοίταξε με θλίψη λέγοντάς μου «σήμερα, δεν θα παραλάβει η δεσποινίς Λήδα το δέμα σας, Κε Ορφέα». Απορημένος ρώτησα τι είχε συμβεί. Με ενημέρωσε λοιπόν ότι η Λήδα ήταν , πέρα από αρχιτέκτονας, και ζωγράφος, και είχε κάνει αίτηση για μία έκθεση που θα την βοηθούσε να δείξει τα έργα της σε κόσμο του χώρου και να καλλιεργήσει αυτό που της άρεσε από πάντα. Οι εργοδότες της όμως θεώρησαν σκόπιμο να την κρατήσουν στη θέση του γραφείου και να μην της επιτρέψουν να ασχοληθεί με την γκαλερί της επιχείρησης. Της συνέστησαν δε, όπως με κουτσομπολίστικη διάθεση μου εκμυστηρεύτηκε ο νεαρός, «να αφήσει τις μεγάλες ιδέες» και να συγκεντρωθεί στο project που της είχε ανατεθεί.
Για λίγο έμεινα σιωπηλός και σαστισμένος. Έχω ζήσει στο παρελθόν πώς είναι να μην μπορείς να πετάξεις σε όνειρα δικά σου. Έχω γνωρίσει τη στέρηση να κάνεις κάτι που πραγματικά αγαπάς και να πρέπει να συμβιβαστείς σε μία καθημερινότητα, νιώθοντας από πάνω και τυχερός που εσύ έχεις κάτι ενώ άλλοι δεν έχουν τίποτα.  Κι ύστερα σχημάτισα την εικόνα από το χαμόγελό της που έσβησε όταν της ανακοινώθηκε πως μέχρι ένα σημείο θα της επιτρεπόταν να ονειρευτεί, όταν τα όρια άλλων εξοστράκισαν την βαθύτερη επιθυμία της. Ζωγράφος εκείνη, φωτογράφος εγώ, μοιραζόμασταν την διαφορετική προοπτική της εικόνας και αντιλαμβανόμασταν πώς αυτό που βλέπεις είναι κάτι που αισθάνεσαι , όπως αυτό που ακούς είναι κάτι που απλά φαντάζεσαι.. μια ιδέα να θέλεις να πεις στον κόσμο αλλά και σε εσένα πως τα συναισθήματα έχουν όλων των ειδών τα χρώματα και σχήματα, όλα σε εικόνες και πολλές εικόνες για το ίδιο.
Ζήτησα τη διεύθυνσή της και με τα χίλια παρακάλια-και μία προσφορά για δωρεάν φωτογράφηση σε ένα φίλο του νεαρού- δέχτηκε να μου τη δώσει. Δεν ήξερα τι θα της έλεγα, αλλά ήθελα να είμαι δίπλα της, όσο εκείνη θα το δεχόταν και θα την έκανε να νιώσει καλύτερα. Ο νεαρός μου είχε πει ότι μετά την παραίτησή της, όλοι οι συνάδελφοι είχαν αρχίσει να τη θεωρούν λίγο «αλλοπαρμένη», αφού παράτησε στρωμένη δουλειά επειδή «θύμωσε που δεν πέρασε το δικό της». Επίσης, αναρωτιόντουσαν τι την ήθελε τη ζωγραφική συγκροτημένη κοπέλα, ενώ το γραφειάκι της και ο μισθός της ήταν και τα δύο τόσο φιλόξενα για να χτίσει μια ζωή χαρισάμενη.
«Μια ζωή συμβατική. Αυτό με έσπρωχναν από παιδί να ζήσω. Κι αντιστάθηκα όσο μπορούσα. Έκανα το δικό τους προσπαθώντας να κρατήσω παράλληλα και τα δικά μου στη ζωή, στο πλάι αλλά παρόντα. Έτσι κι η ζωγραφική. Πάντα στο μυαλό και την καρδιά μου, αλλά στην άκρη. Μέχρι να βρω δουλειά, να μαζέψω λεφτά, να βγάλω άκρη πώς θα μπορούσα να ξεκινήσω και από πού.. εκείνη η θέση στην γκαλερί ήταν για μένα ό, τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Θα δικαιολογούσε όλες τις χαμένες ώρες που είχα ξοδέψει στο μουντό γραφείο της εταιρείας προσπαθώντας να ικανοποιήσω τους άλλους και να τους αποδείξω ότι είμαι καλή και μπορώ να γίνω καλύτερη. Απώτερος σκοπός μου να μου δώσουν εκείνη τη μοναδική ευκαιρία. Κι όταν ήρθε η ώρα που το ύφος τους μου έκοψε κάθε ελπίδα, τότε ήταν που δεν άντεξα άλλο. Ας λένε ό, τι θέλουν, σκέφτηκα. Θα φύγω, κι ας είμαι μόνη μου σε αυτό. Ούτε καν οι γονείς μου δεν άκουγαν λέξη περί ζωγραφικής. Προτίμησα να μείνω μόνη μου, να σκεφτώ πώς θα μπορούσα να ξεκινήσω από το μηδέν. Το μόνο που μάζεψα από το γραφείο ήταν εκείνα τα μπλε τριαντάφυλλα του Ορφέα, που ποτέ δεν καταδέχτηκα να τον συναντήσω αλλά ήταν ο μόνος που ένιωσα ποτέ ότι ξεκάθαρα ζήτησε αυτό που πραγματικά ήθελε και έδωσε μέχρι εκεί που μπορούσε, με μια σταθερή επιμονή και μια γοητευτική παρουσία-απουσία στην άχαρη ζωή μου σε εκείνο το γραφείο. Τον έχασα κι αυτόν, είχα σκεφτεί, αλλά ήμουν τόσο απογοητευμένη που δεν στάθηκα παραπάνω να το συλλογιστώ».
………………………………………………………………………………………………………
Το σπίτι της ήταν λίγο πιο μακριά από το κέντρο της πόλης. Πλησιάζοντας τον αριθμό 5, όπως μου είχε πει ο νεαρός, πέρασα από ένα καφέ. Κι εκεί τη βρήκα να κάθεται αγναντεύοντας τον κόσμο και ανακατεύοντας μια ζεστή σοκολάτα, πριν ακουμπήσει τον ουρανίσκο της. Πλησίασα με τρόμο αλλά και μια θεόσταλτη αποφασιστικότητα και κάθησα σε μία καρέκλα του τραπεζιού. Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Το βλέμμα της όλο απορία με περιεργάστηκε και φάνηκε να χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ποιος είμαι.
Περνούσα τα πρωινά μου σε ένα καφέ δίπλα στο σπίτι. Ήταν πολύ ζεστό μαγαζί και ο άνθρωπος που το είχε ήξερε πως πάντα έπαιρνα μια ζεστή σοκολάτα με τρούφα, την οποία κάθε πρωί μου σέρβιρε με ένα κομμάτι κέικ. Όταν είδα τον Ορφέα να παίρνει την καρέκλα δίπλα μου και να κάθεται, τρόμαξα. Νόμιζα ότι ήταν κάποιος άγνωστος και δεν είχα την παραμικρή όρεξη να αρχίσω να εξηγώ ότι θέλω να μείνω μόνη μου, ή να προφασιστώ ότι περιμένω κάποιον και λοιπές δικαιολογίες. Συνέβη όμως το εξής παράδοξο: μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν ο Ορφέας, κοιτάζοντας το πρόσωπό του αλλά κι ένα τριαντάφυλλο που κρατούσε στο χέρι, τότε ένιωσα κάπως ήρεμη. Ενώ δεν τον ήξερα, ενώ θα μπορούσα να νιώσω απειλή από τον άγνωστο φωτογράφο που με περιτριγύριζε κοντά ένα μήνα, αντιθέτως ένιωσα μια ανακούφιση και μία μικρή χαρά που θα καθόταν παρέα μου. Σαν να μου έβγαζε κάτι στην αύρα του θετικό και ήρεμο, σαν συναίσθημα που έχεις με φίλους που έχεις χρόνια να δεις αλλά όταν βρίσκεστε δεν έχει αλλάξει τίποτα από τα εντός, όσο κι αν όλα τα άλλα είναι εντελώς διαφορετικά.
- Συγγνώμη που σε ενοχλώ, πήγα σήμερα από το γραφείο και μου είπαν πως έφυγες και σκέφτηκα μήπως ήθελες παρέα.
- Κι εσύ που ήξερες που να με βρεις;
- Ρώτησα κι έμαθα. Είσαι καλά; Μπορώ να καθήσω λίγο μαζί σου;
- … ναι κάθησε. Αν και .. δεν σε ξέρω καν. Σε ευχαριστώ και για το άλμπουμ, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Και για όλα τα λουλούδια.. συγγνώμη που δεν..
- Δε χρειάζεται να πεις κάτι. Έμαθα τι έγινε από τον νεαρό στη ρεσεψιόν. Δεν ξέρω τι να σου πω. Νιώθω πως σε καταλαβαίνω, αλλά δεν ξέρω καν πώς και πού να το στηρίξω.
Την ένιωθα διστακτική προς το μέρος μου. Τον ένιωθα πρόθυμο και ειλικρινή. Μια αίσθηση οικειότητας που δεν μπορούσα να εξηγήσω και που δεν ήθελα να του δείξω, πριν καταλάβω πώς έγινε και βρισκόμασταν εγώ κι αυτός σε εκείνο το τραπέζι. Ήθελα να της πω τόσα πολλά κι όμως οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα μου έμοιαζαν όλες ανούσιες. Το βλέμμα μου είχε χαθεί κάπου μέσα στα μαλλιά της, κάπου ανάμεσα στις γραμμώσεις κάτω από τα μάτια της, μέσα στην έκφραση της απορίας της.. Άρχισα να παρατηρώ καθώς μιλούσε τις γκριμάτσες του προσώπου του. Ήταν πολύ σοβαρό το ύφος του, αλλά όταν χαμογελούσε άλλαζε ολόκληρος. Είχε μια ευγένεια και μια καθαρότητα το βλέμμα του σε κάθε γέλιο που μαγνήτιζε το βλέμμα μου κι έχανα το περιεχόμενο όσων με ρωτούσε.

- Να μην τους ακούσεις. Ό,τι κι αν σου είπαν, όσο κι αν δεν σε καταλαβαίνουν όλοι αυτοί που είναι εκτός, μαζί κι εμένα. Εσύ ξέρεις τι νιώθεις. Ακολούθησε το. Κάποτε διάβασα σε ένα κείμενο πως αυτό που μας ωθεί κινητήριος δύναμη να πάρουμε έναν δρόμο πρέπει να το ακούμε με ευλάβεια. Γιατί αν το αγνοήσουμε, αυτό θυμάται πάντα. Και γυρίζει πάντα. Όταν εσύ θα νομίζεις πως το έχεις βάλει στη θέση του, θα έρθει μπροστά σου σαν κεραυνός να κάψει ό,τι με κόπο έχτισες εις βάρος μιας βαθύτερης επιθυμίας που ποτέ δεν άκουσες.
- Φοβάμαι.. δεν ξέρω.. κι αν κάνω λάθος, κι αν δεν τα σκέφτηκα καλά;
- Μα ο φόβος συνεργάζεται με το αίσθημα ευθύνης. Αυτό δεν απεικονίζεις με τα πινέλα σου; Εγώ αυτό ψάχνω να παγώσω με τον φακό. Το φόβο στα μάτια, στο δέρμα, στη μυρωδιά των ανθρώπων. Κι ύστερα είναι εικόνες που τον βλέπεις να είναι κάτω γονατιστός να παρακαλάει για λίγη σημασία.. μα κάποιοι τον αγνοούν με θράσος και τόλμη που δεν ξέρω πού βρίσκουν αλλά μοιάζει σαν παντοδυναμία όταν συμβαίνει. Είχα δει μια φωτογραφία από ένα 8χρονο κάποτε στην Παλαιστίνη γεμάτο αίματα και το βλέμμα του αψηφούσε οτιδήποτε τρομακτικό, απειλητικό.. είχε υψώσει ανάστημα γίγαντα και κοίταζε τη ζωή του να του την παίρνουν κι αυτό να την κυνηγάει με τα χέρια, κι αν του τα έκοβαν με τα πόδια, κι αν του τα έκοβαν με τα δόντια.. μα το πιο δυνατό ήταν εκείνο το βλέμμα που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
- Ναι αλλά εδώ δεν έχουμε πόλεμο. Και δεν είναι το ίδιο. Μπορεί να το μετανιώσω. Δεν ξέρω καν από πού να αρχίσω. Και μην ξεχνάς.. δεν έχω συμμάχους, ξεκινάω με βάση τους εχθρούς, τους απέναντι.
- Όπως κι οι σχέσεις, δεν είναι; Ξεκινάς με σύμμαχο εσένα και αντίπαλο τον άλλον. Ο εγωισμός σου σε διαρκή κίνδυνο να χαθεί και να σε αφήσει ανυπεράσπιστο με το θηρίο. Κι όμως είσαι εκεί και παλεύεις να χτίσεις γιατί νιώθεις ότι αξίζει να το κάνεις κι ας κάψει η φλόγα. Κι άλλωστε, δεν ξέρω αν το παρατήρησες, μα ήδη από το πουθενά μια καρέκλα δίπλα σου δεν είναι άδεια. Κι ένα τριαντάφυλλο προσγειώθηκε στο τραπέζι σου. Μπορεί να μην είναι αυτό που φαντάστηκες και δε χρειάζεται να το κρατήσεις, μα στο λέω για να δεις πώς είναι κάτι που δεν περίμενες. Σαν τους πίνακες όταν τους ξεκινάς. Ξέρεις ποτέ πώς τα χρώματα θα συνωμοτήσουν, εναντίον σου ή υπέρ σου; Κι όμως, βουτάς το πινέλο κι αρχίζεις.
Ο τρόπος που μου μίλαγε, τα όσα μου έλεγε, ήταν λες και τον ήξερα καιρό. Λες κι είχε μπει στο μυαλό μου και αναμόχλευε σκέψεις και ιδέες που από καιρό προσπαθούσα να κρατάω κρυφές. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν με πείραζε που εκείνος τα έλεγε κι εγώ τα άκουγα, σαν να ήταν εντάξει εκείνος μόνο να τα ξέρει. Δεν είχα ιδέα αν τα όσα της έλεγα τα πίστευε. Στηριζόμουν απόλυτα σε ένα πρωτόγνωρο ένστικτο που με είχε δέσει από την αρχή μαζί της, σε μια αίσθηση ελευθερίας να πω χωρίς να σκεφτώ. Κι όσο καθήσαμε σε εκείνο το καφέ, ένιωθα σπίτι μου, στο λημέρι μου, σε κρυψώνα σα σε δέντρο παλιά που ανέβαινες και θαρρούσες πως βλέπεις τον κόσμο και δεν σε πειράζει κανένας. Για αυτό και αποφάσισα να φύγω. Να της δώσω το χρόνο και το χώρο να αποφασίσει τι θα μπορούσε να κάνει με αυτή μας τη συνάντηση.
- Δε θέλω να σε κουράσω άλλο. Έτσι κι αλλιώς ήρθα για λίγο.
- Κι εγώ θα φύγω τώρα. Σε ευχαριστώ που ήρθες. Και για όλα τα λουλούδια. Είναι πανέμορφα. Και τόσο σπάνια. Δεν είχα δει ποτέ ξανά μπλε τριαντάφυλλα.
- Κάποια μέρα, αν το θελήσεις και μας τα φέρει έτσι ο χρόνος και όλα τα άλλα, θα σου πω μια ιστορία για αυτά. Νομίζω ταιριάζει στην περίσταση.
- Εντάξει λοιπόν. Κάποια μέρα..
- Από αύριο δεν θα με δεις πάλι μπροστά σου. Θα σου αφήσω χώρο να βρεις τι θα κάνεις, ποιο θα είναι το επόμενο βήμα για τη Λήδα. Κι αν σε αυτό χωράει και κάτι μεταξύ μας, θα με βρεις εδώ.
- Εντάξει.
- Σε χαιρετώ. Να προσέχεις και να ακούς. Μην ξεχάσεις να ακούς. Να κάνεις λάθη. Να φαντάζεσαι. Ό, τι δηλαδή κάνουν τα πινέλα σου.
- Χάρηκα που σε γνώρισα Ορφέα.
- Χάρηκα που σε γνώρισα Λήδα.
Πέρασαν μέρες κι είχα καρφωμένη στο μυαλό μου την εικόνα της εκείνο το πρωινό στο καφέ. Ένιωθα γεμάτος από τις ελάχιστες στιγμές που είχαμε μοιραστεί μαζί. Ένιωθα ευλογημένος που μπόρεσα να τη συναντήσω και να ανταλλάξουμε τόσες κουβέντες. Που της στάθηκα όταν ένιωθε μόνη της απέναντι σε ένα σωρό «πρέπει» και «μήπως». Ήξερα ότι μπορεί να μην την ξαναέβλεπα ποτέ. Αλλά όσο και να με πόναγε η ιδέα της απουσίας της, είχα χαρίσει στον εαυτό μου το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσα: την  ανάμνησή μου σε μια εικόνα που ήμασταν οι δυο μας κι αγναντεύαμε τον κόσμο και τα «θέλω» μας. Και μετά από 28 χρόνια ζωής και 25 μέρες που φυλλομετρούσα σε λουλούδια, μπόρεσα για πρώτη φορά στη ζωή μου να κοιμηθώ και να ονειρευτώ εγώ για μένα, χωρίς σκιές και περιγράμματα, και να ξυπνήσω με ένα χαμόγελο ευτυχίας. Για μια στιγμή που ήταν η ζωή μου. Για ένα τίποτα που στάθηκε να σημαίνει τα πάντα.

Πέρασαν μέρες και τον σκεφτόμουν αδιάκοπα, τα χέρια του, τα σημάδια στο λαιμό του από τη μηχανή, τις γωνίες του προσώπου του καθώς μου μιλούσε.. ήξερα ότι ήταν σειρά μου να κάνω το βήμα προς εκείνον. Κι όσο άφηνα το χρόνο να μας χωρίζει, τόσο ένιωθα μεγαλύτερη την ανάγκη να τον ξαναδώ. Φανταζόμουν για εκείνον πράγματα που δεν τα ήξερα αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο ένιωθα ότι ήταν αλήθεια. Για τις συνήθειές του, τι του άρεσε και τι όχι, πώς κοιμόταν το βράδυ, αν τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα το πρωί.. και προσπαθούσα να εξηγήσω λογικά πώς όλα αυτά τα πράγματα τρύπωναν στο μυαλό μου. Μέχρι που μια λέξη ήρθε να βάλει τέλος σε όλα. «ερωτεύτηκα», σκέφτηκα. Θέλω να τον ζωγραφίσω. Θέλω να τον γνωρίσω. Θέλω να καθίσουμε βράδυ στο μπαλκόνι μου να μιλάμε για τις ιστορίες που έχει να μου πει για μπλε λουλούδια. Κι έτσι πήρα την απόφαση να πάω να τον βρω. Χωρίς καμία σιγουριά για το τι με περίμενε, με μεγάλη πιθανότητα να κάνω λάθος, όπως μου είχε πει.
………………………………………………………………………………………………………
Σηκώθηκα το πρωί. Πήγα στο καφέ και ρούφηξα τη σοκολάτα μου. Το κέικ το κράτησα για αργότερα. Είχα στο μυαλό μου φανταστικούς διαλόγους, σενάρια για το τι θα του έλεγα, πώς θα ξεκινούσα.. ήταν μάταιο. Ήθελα μόνο να πιάσω το χέρι του, να το ακουμπήσω πάνω στο δικό μου και να αφήσω το χρόνο να κυλήσει. Χωρίς σκιές και χωρίς περιγράμματα. Ελεύθερο σχέδιο, χίλια χρώματα στην παλέτα έτοιμα να μπουν σε λευκό καμβά, χωρίς κανένα προσχέδιο. Του είχα ετοιμάσει έναν πίνακα. Τον είχα πάρει μαζί μου, σε περίπτωση που τον έβρισκα να του τον δώσω, όποια κι αν ήταν η έκβαση της συνάντησης. Είχαν άλλωστε περάσει 40 μέρες κι όλας από εκείνη τη συνάντησή μας, από εκείνο το πρωινό που άλλαξε τον κόσμο μου, ύπουλα, αθόρυβα και μαγικά.
Έφτασα στο σπίτι του. Χτύπησα το κουδούνι. Σα μουσική στα αυτιά μου φανταζόμουν τον ήχο της πόρτας που θα άνοιγε μια σελίδα σε ένα άλμπουμ που δεν είχε καν εξώφυλλο. Πέρασε κάμποση ώρα μα η πόρτα δεν άνοιγε. Κανείς. Σκέφτηκα πως έλειπε κι είπα να τον περιμένω. Θα τον περίμενα ώρες. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε βρει άλλη κοπέλα, να ερχόταν με μία γυναίκα και να του δημιουργούσα πρόβλημα. Φόβος. Πάλι εκεί. Είπα να τον αγνοήσω, όπως μου είχε πει. Να τον γονατίσω, να τον βλέπω με απάθεια. Βράδιασε χωρίς καν να το καταλάβω. Ένας παππούς με πλησίασε από το απέναντι μαγαζί και με ρώτησε αν χρειαζόμουν κάτι. Του είπα ότι περιμένω τον Ορφέα που μένει εδώ. Και τότε είδα το φόβο μου να παίρνει ύψος, να γίνεται τέρας και να περιμένει να με κατασπαράξει. Είδα τα χρώματα της παλέτας να πέφτουν με βία πάνω στον καμβά πληγώνοντας κάθε εκατοστό του. Νόμιζα πως αυτό που φανταζόμουν δεν το άκουγα. Θυμήθηκα μια φράση του όταν μου εξηγούσε για τη φωτογραφία. «ακούς άρα φαντάζεσαι». Ο παππούς μου έδειξε το δρόμο κρατώντας με από το χέρι. Τα πόδια μου κομμένα βαστούσαν το σώμα μου και στηρίζονταν πάνω στον πίνακα που του είχα φτιάξει. Ένα μπλε τριαντάφυλλο που μέσα είχε τα μάτια του. Όπως τα θυμόμουν, όπως με κοιτούσαν εκείνο το πρωινό στο καφέ. Τα δάκρυά μου σταμάτησαν όταν ένιωσα το φόβο να με πηγαίνει πίσω στο σπίτι. Θυμήθηκα όλες μας τις κουβέντες, εκείνες τις λιγοστές κι όμως χαραγμένες στα αυτιά μου. Θυμήθηκα το πάθος με το οποίο με προέτρεπε να κάνω το βήμα και να μην ακούσω κανέναν. Σκέφτηκα το όνομά του. Ορφέας. Ο θεός της μουσικής. Μια μουσική που με παρέσερνε να ζήσω ό,τι από ατολμία απέφευγα. Μια μελωδία που με σήκωσε από το σπίτι μου για να χορέψω μαζί του ένα τραγούδι που ούτε καν ήξερα, μόνο φανταζόμουν. Ένα κύκνειο άσμα του χρώσταγα για ό,τι με λαχτάρα και γενναιοδωρία μου χάρισε, με απλή κι ευγενική ειλικρίνεια, με ένα λουλούδι και μία καρέκλα που έσυρε κοντά μου.
Κατηφόρισα στο νεκροταφείο. Τον βρήκα να κοιμάται μέσα στα δέντρα, κάτω από έναν ήλιο άπλετο. Ακούμπησα τον πίνακα κι άφησα τα μάτια του να αγναντεύουν τον κόσμο. Όπως του άρεσε να αγναντεύει εμένα και την εικόνα μας. Πλάι στον πίνακα, άφησα ένα μπλε τριαντάφυλλο. Και πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνος που κάθε μέρα ένα τριαντάφυλλο ήταν εκεί να του κάνει παρέα. Μέχρι να τον συναντήσω και να μου πει εκείνη την ιστορία που δεν πρόλαβε.

* Η Δέσποινα Καΐρη έχοντας σπουδάσει ψυχολογία αλλά μη βρίσκοντας τις απαντήσεις για τα απρόβλεπτα της ψυχής, περνάει τις ώρες της σε τρένα, βραδιές σε σπίτια φίλων και ημέρες ολόκληρες σε ταξίδια του νου, βλέποντας ιστορίες να ζωντανεύουν με ήρωες που υπάρχουν μόνο στη φαντασία της, αλλά ίσως και όχι. "Φτάνει να κοιτάξεις λίγο καλύτερα", συνηθίζει να λέει. Και μεταξύ Αθήνας και εξωτερικού, συλλέγει μυρωδιές για τις επόμενες ιστορίες που τώρα γράφει...


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...