Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Διήγημα : Οι αγαπόρνιθες *


της Θωμαΐδας Καλαντζή **

-Ξύπνα! Ήρθαν! Ήρθαν πάλι οι «αχώριστοι»! Έσπασαν πάλι την κλειδαριά και μπήκαν! Ξύπνα να τους δούμε!
Κάθε μέρα την ίδια σχεδόν ώρα, οι αγαπόρνιθες στέκονταν στο φράχτη του μικρού οικοπέδου για να δουν τους «αχώριστους». Κάθε μέρα, καλοκαίρι και χειμώνα, το ίδιο ραντεβού.
Τα τελευταία τρία χρόνια ο κος και η κα Μαυρομάγουλου είχαν γίνει πιστοί στην καθημερινή τους συνήθεια να παρακολουθούν τους «αχώριστους».  Στην αρχή τους έπαιρνε είδηση η κα Μαυρομάγουλου  να έρχονται στο οικόπεδο εκεί γύρω στις 5 το απόγευμα, και ξύπναγε αμέσως τον σύζυγό της, ο οποίος αν και δυσανασχετούσε κάθε φορά που του τάραζε τον απογευματινό του ύπνο, εντούτοις ξύπναγε και, γκρινιάζοντας, πήγαινε και στεκόταν δίπλα της, παρακολουθώντας μαζί της τους «αχώριστους», όση ώρα έμεναν εκεί.
Στην αρχή, στέκονταν διακριτικά στο φράχτη του οικοπέδου ακριβώς απέναντι από την αυτοσχέδια πόρτα του κου αστυνόμου, και όση ώρα προσπαθούσαν οι «αχώριστοι» να σπάσουν την κλειδαριά, το ζεύγος Μαυρομάγουλου, κρατούσε τσίλιες μην τυχόν έρθει ξαφνικά ο κος αστυνόμος. Η κα Μαυρομάγουλου δε, ήταν ο πιο φανατικός τσιλιαδόρος από τους δύο και κάθε φορά που αντιλαμβανόταν κάποια παρουσία στο χώρο, ξεφώνιζε δίπλα στο αυτί του άντρα της νιώθοντας μεγάλη ψυχική διέγερση αλλά και περηφάνια που γινόταν κατά κάποιο τρόπο συνεργός των «αχώριστων».
Αυτό, ήταν και η μόνιμη αιτία τσακωμών με τον κο Μαυρομάγουλο, ο οποίος ως πιο νομοταγής, προσπαθούσε κάθε φορά, μετά από κάθε άτακτη φυγή των «αχώριστων» εξαιτίας της ξαφνικής παρουσίας του κου αστυνόμου, να της υπενθυμίσει, ότι αυτό που έκαναν οι «αχώριστοι» δεν ήταν άλλο, παρά μια σαφής και παράνομη “προσβολή της ξένης ιδιοκτησίας”!
Του άρεσε του κου Μαυρομάγουλου να χρησιμοποιεί νομικούς όρους, που τους είχε μάθει πια απ’ έξω απ’ τις τόσες φορές που τους επαναλάμβανε, φωνάζοντας, ο κος αστυνόμος όση ώρα κυνηγούσε και έδιωχνε από το οικόπεδό του τους «αχώριστους». Και όσο της έλεγε, ότι αυτό που έκαναν οι «αχώριστοι» δεν ήταν νόμιμο, και είχε δίκιο ο κος αστυνόμος που τους έδιωχνε, τόσο εκείνη θύμωνε μαζί του και ακόμα περισσότερο με τον κο αστυνόμο, και το βράδυ εκείνων των ημερών που δεν προλάβαιναν οι «αχώριστοι» να μπουν στο οικόπεδο και της χάλαγε το καθημερινό της πρόγραμμα, η κα Μαυρομάγουλου όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα συζυγικά της καθήκοντα, αλλά φρόντιζε να κοιμάται μακριά από τον κο Μαυρομάγουλο, ο οποίος πληγωνόταν τόσο πολύ από την ψυχρότητα της κυρίας του, που “έσπαγε” πρώτος και πήγαινε και της ψιθύριζε πως τελικά αυτή είχε πάντα δίκιο, καλώντας- ή καλύτερα παρακαλώντας!- την να πάει πάλι κοντά του.
Ο καυγάς τους έληγε με την κα Μαυρομάγουλου να έχει την τελευταία λέξη, λέγοντας, γυρνώντας στη συζυγική κλίνη, πως αν δεν ήθελε πραγματικά ο κος αστυνόμος να του παραβιάζουν την ιδιοκτησία του, θα είχε φροντίσει μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια να είχε τοποθετήσει στο οικόπεδό του μια κανονική πόρτα ασφαλείας με γερή κλειδαριά, έτσι ώστε να’ χει το κεφάλι του ήσυχο από τους εισβολείς. Ο κος Μαυρομάγουλος συμφωνούσε με τα τελευταία της λόγια και την αγκάλιαζε τόσο σφιχτά καθώς φοβόταν μην ξανασκεφτεί η κυρία του τον καυγά τους, και τον κο αστυνόμο που της χάλασε το καθημερινό της πρόγραμμα και ξαναφύγει θυμωμένη από την κλίνη τους.
Πράγματι, ο κος αστυνόμος είχε πάρει είδηση από νωρίς, ότι κάποιοι τα απογεύματα παραβιάζουν την πόρτα του οικοπέδου του και μπαίνουν μέσα και είχε αλλάξει 15! κλειδαριές μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια που γινόταν καθημερινά αυτό. Στην αρχή δεν ήξερε ποιοι ήταν, ώσπου μια μέρα τους παρακολούθησε. Εκείνη τη μέρα είχε πάει αποφασισμένος στο οικόπεδό του και είχε σταματήσει με το αυτοκίνητό του λίγα μέτρα πιο πέρα από την είσοδο, πίσω από μια μουριά. Περίμενε λίγη ώρα, ώσπου εκεί λίγο μετά τις 5 το απόγευμα έκαναν την εμφάνισή τους οι «αχώριστοι»!
Μεγάλο σοκ έπαθε ο κος αστυνόμος, όμως, μόλις τους είδε, που αντί να βγει αμέσως από το αυτοκίνητο και να τους αρχίσει στο κυνηγητό, έμεινε μερικά λεπτά στη θέση του να τους κοιτάζει, χωρίς να μπορεί να πιστέψει, ότι δυο μικρά παιδιά ήταν τελικά αυτοί που παραβίαζαν το οικόπεδό του! Αμέσως μετά όμως, βγήκε από το αυτοκίνητο και με δυνατές φωνές άρχισε να τους κυνηγάει, και κείνοι μόλις τον είδαν, παράτησαν την κλειδαριά μισοσπασμένη (λίγο ακόμα ήθελαν!) και άρχισαν να τρέχουν, αφήνοντάς τον να φωνάζει και το ζεύγος Μαυρομάγουλο (κυρίως την κα Μαυρομάγουλου) έντρομους και απογοητευμένους!
Από κείνη τη μέρα, οι «αχώριστοι» έκαναν 2 βδομάδες να ξανάρθουν  και η κα Μαυρομάγουλου έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, αποδέκτης της οποίας ήταν φυσικά ο κος Μαυρομάγουλος! Από κείνη τη μέρα επίσης, ο κος αστυνόμος έκανε συχνότερες επισκέψεις στο οικόπεδό του, που μέχρι τότε το επισκεπτόταν περίπου μια φορά το μήνα, αλλά ακόμα, από κείνη τη μέρα, η κα Μαυρομάγουλου κατάλαβε, ότι ο κος αστυνόμος στην πραγματικότητα δεν είχε και τόσο στενοχωρηθεί ανακαλύπτοντας ποιοι παραβίαζαν το οικόπεδό του και έμπαιναν στην αποθήκη του.
Αυτό, το κατάλαβε ακόμα περισσότερο το επόμενο διάστημα, όταν οι «αχώριστοι» έκαναν ξανά την εμφάνισή τους στο οικόπεδο σε καθημερινή πάλι βάση, και ο κος αστυνόμος ξέροντας πια ποιοι είναι, ναι μεν έκανε συχνές επισκέψεις στο οικόπεδό του, ναι μεν άλλαζε διαρκώς τις σπασμένες κλειδαριές (είπαμε, 15 στο σύνολο!), ναι μεν τους άρχιζε στο κυνηγητό με φωνές και απειλές όποτε τους έπιανε στα πράσα, αλλά ποτέ, όσο και αν θύμωνε μαζί τους, όσο και αν  τους απειλούσε, δεν φώναξε άλλους αστυνομικούς για να τους συλλάβουν και να τιμωρηθούν για την πράξη τους.!
Αυτό βέβαια, που την ενοχλούσε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν το γεγονός, ότι παρ’ όλο που ο κος αστυνόμος στην ουσία έκανε τα στραβά μάτια απέναντι στους «εισβολείς», εντούτοις, εξακολουθούσε και έκανε αιφνιδιασμούς στο οικόπεδό του και της χάλαγε την καθημερινή της συνήθεια! Εκείνες τις μέρες των αιφνιδιασμών του κου αστυνόμου, όπου οι «αχώριστοι» έφευγαν κακήν κακώς από το οικόπεδο, η κα Μαυρομάγουλου δεν μιλιόταν! Τι θα έκανε τώρα για τις επόμενες 3 με 4 περίπου ώρες? Και ποιος άκουγε την γκρίνια της! Ποιος άλλος? Φυσικά ο κος Μαυρομάγουλος!
Της άρεσε πραγματικά πολύ να παρακολουθεί τους «αχώριστους» και είχε γίνει η αγαπημένη της συνήθεια τα τελευταία τρία χρόνια, κάτι, που ξεκίνησε λίγο μετά αφότου αυτή και ο σύζυγός της ήρθαν στην περιοχή και εγκαταστάθηκαν στο οικόπεδο του κου αστυνόμου. Τον πρώτο καιρό που το ζεύγος Μαυρομάγουλου ήρθε στην περιοχή, η κα Μαυρομάγουλου έπεσε πάλι σε βαριά κατάθλιψη και μάταια ο κύριός της προσπαθούσε να της ανεβάζει το ηθικό λέγοντάς της πως εδώ θα έκαναν σιγά σιγά μια καινούργια αρχή και πως θα ξέχναγε με τον καιρό το παλιό τους σπίτι. Η αλήθεια είναι, πως το ζεύγος Μαυρομάγουλου ήταν συνηθισμένο στις μετακινήσεις, καθώς η υγεία του κου Μαυρομάγουλου ήταν ιδιαιτέρως εύθραυστη και οι κλιματικές αλλαγές τον έριχναν συχνά στο κρεβάτι (…). Έτσι, αναγκάζονταν συχνά να αλλάζουν τόπους, κάτι που στενοχωρούσε πολύ την κα Μαυρομάγουλου, η οποία ναι μεν έβαζε σε προτεραιότητα την υγεία του συζύγου της, του’ βγαζε όμως κυριολεκτικά το λάδι μέχρι να συνηθίσει στο νέο κάθε φορά τόπο, με γκρίνιες αλλά και με…αποχή καθηκόντων!
Τους πρώτους μήνες λοιπόν της εγκατάστασής τους στο οικόπεδο του κου αστυνόμου η κα Μαυρομάγουλου υπέφερε από πλήξη και ανία, μέχρι που μια μέρα, εκεί κατά τις 5 το απόγευμα, όσο αναπολούσε τα περασμένα καθισμένη στο φράχτη του οικοπέδου, εμφανίστηκαν οι «αχώριστοι»!, οι οποίοι αφού έσπασαν γρήγορα την κλειδαριά, κατευθύνθηκαν στην μικρή πέτρινη αποθήκη που υπήρχε στο οικόπεδο, και μαζί τους πήγε και η κα Μαυρομάγουλου, που στάθηκε στο περβάζι του παραθύρου και τους παρακολουθούσε όση ώρα έμειναν εκεί.
Δύο πράγματα συνέβαιναν καθημερινά (σχεδόν καθημερινά δηλαδή) από τότε. Η κα Μαυρομάγουλου απέκτησε μια καινούργια αγαπημένη καθημερινή συνήθεια ξεχνώντας εντελώς τον παλιό της τόπο και ο κος Μαυρομάγουλος έχασε τη δική του καθημερινή συνήθεια, τον αγαπημένο, απογευματινό του ύπνο!(…)
Πού να το φαντάζονταν πραγματικά  οι «αχώριστοι», ότι, όλες εκείνες τις ημέρες που πήγαιναν στο οικόπεδο του κου αστυνόμου και το παραβίαζαν, δέχονταν και κείνοι με τη σειρά τους μια μικρή παραβίαση στην ιδιωτική(;) τους σφαίρα, καθώς όση ώρα έμεναν μέσα στη μικρή πέτρινη αποθήκη, είχαν πιστό και φανατικό κοινό σε ό, τι! και αν έκαναν.., κοινό που άκουγε στο όνομα ΄΄Κος και Κα Μαυρομάγουλου΄΄!!
Μέσα στην αποθήκη οι «αχώριστοι» έμεναν γύρω στις 3 με 4 ώρες και έφευγαν άλλοτε τσακωμένοι και άλλοτε μες στα φιλιά και τις αγκαλιές! Τι παράξενο ζευγάρι που ήταν! Εκείνη γύρω στα 16 (όταν πρωτοήρθαν),  ψηλή για την ηλικία της, με άσπρη επιδερμίδα και αρκετά παραπανίσια κιλά που έφυγαν σιγά σιγά, στο διάστημα αυτών των τριών χρόνων που την έβλεπε σχεδόν καθημερινά η κα Μαυρομάγουλου, και έδωσαν τη θέση τους σε ένα χλωμό και αποστεωμένο πρόσωπο και ένα ασουλούπωτο και πολύ αδύνατο κορμί! Εκείνος πιο μεγάλος, γύρω στα 21 (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κας Μαυρομάγουλου πάντα), κοντός- στην αρχή η μικρή τον πέρναγε μισό κεφάλι αλλά όσο περνούσε την εφηβεία και ψήλωνε, έφτασε να τον περνάει 2!- πολύ μελαχρινός και πολύ αδύνατος.
Έρχονταν πάντα εκεί κατά τις 5 το απόγευμα- το καλοκαίρι ίσως και λίγο πιο αργά, όταν είχε πέσει πια ο ήλιος. Τις περισσότερες φορές έρχονταν στο οικόπεδο με τα πόδια και κάποιες, με μια ψηλή μηχανή. Εκείνες τις μέρες που έρχονταν με τη μηχανή, ήταν μες στα μέλια! Τους έδινε φαίνεται άλλον αέρα η μηχανή! Όταν έφθαναν μπροστά στην πόρτα, το ύφος τους σοβάρευε και συγκεντρώνονταν και οι δύο στο πώς να σπάσουν την κλειδαριά, με έναν τρόπο σχεδόν τελετουργικό. Η μικρή κράταγε τσίλιες και κείνος με διάφορα κατσαβίδια και τανάλιες προσπαθούσε να σπάσει την κλειδαριά, βρίζοντας τον κο αστυνόμο με κάτι λέξεις που δεν τις καταλάβαινε καθόλου το ζεύγος Μαυρομάγουλου! Όταν πια τα κατάφερνε, άρπαζε τη μικρή απ’ τη μέση και άρχιζε να τη φιλάει με τέτοιο πάθος για μερικά λεπτά πριν μπουν μέσα, πράγμα που έκανε την κα Μαυρομάγουλου να κοκκινίζει και αμέσως μετά να παραπονιέται στον κο της, ότι ποτέ δεν τη φίλησε με τέτοιο πάθος εκείνος, ούτε καν τον πρώτο καλό καιρό, όταν είχαν πρωτοερωτευτεί!
Αμέσως μετά, οι «αχώριστοι» κατευθύνονταν προς την πέτρινη αποθήκη όπου πότε εκτυλίσσονταν σκηνές έρωτα και πάθους με υπερδοσολογία από φιλιά, αγκαλιές και άλλα…πολλά!!, και πότε ξεκινούσαν τρικούβερτους καυγάδες με κείνον να την βρίζει ανηλεώς και να τη χτυπάει, και κείνη να τον βρίζει και ταυτόχρονα να κλαίει με λυγμούς σαν κοριτσάκι που του’ χαν πάρει την κούκλα του!
Εκείνες τις μέρες των καυγάδων τους, η κα Μαυρομάγουλου δεν το διασκέδαζε πολύ, αντιθέτως στενοχωριόταν που τους έβλεπε έτσι! Και είχε παρατηρήσει, πως κάθε φορά που τσακώνονταν, λίγα λεπτά πιο πριν, μόλις που είχαν μπει στην αποθήκη, άναβαν ένα τσιγάρο, το οποίο ντουμάνιαζε όλο το χώρο από τους καπνούς σε σημείο που έλεγες θα πάρει φωτιά!, και το κάπνιζαν εναλλάξ. Στην αρχή άρχιζαν να γελάνε ασταμάτητα σε σημείο που έλεγες θα πάθουν συγκοπή, και σε κλάσματα δευτερολέπτων άρχιζαν τον καυγά! Άλλες φορές πάλι ρουφούσαν απ’ τη μύτη τους μια λευκή σκόνη και άλλες, τρυπούσαν τα χέρια τους με μια σύριγγα.
Δεν τους καταλάβαινε εκείνες τις μέρες η κα Μαυρομάγουλου, καθόλου! Ιδιαίτερα εκείνον τον φοβόταν, γιατί μετά το τσιγάρο, τη σκόνη ή το τρύπημα, και μετά τα γέλια, άλλαζε μορφή, θύμωνε τόσο πολύ με τη μικρή και γινόταν πολύ βίαιος μαζί της! Την έβριζε λες και τη μισούσε και τη χτύπαγε τόσο δυνατά που της άνοιγε καμιά φορά η μύτη! Αλλά και η μικρή δεν πήγαινε πίσω, τον έβριζε και αυτή και προσπαθώντας να αποφύγει τα χτυπήματά του, του’ δινε καμιά δυνατή σπρωξιά ή κλωτσιά, και πολύ το χαιρόταν η κα Μαυρομάγουλου! Όσο για τον κο Μαυρομάγουλο, δεν του άρεσαν καθόλου οι καυγάδες και παρόλο που παρέμενε στο περβάζι για χάρη της γυναίκας του, ωστόσο είχε γυρισμένο το κεφάλι του προς τα πίσω για να μη βλέπει.
Βέβαια, παρόλη την ένταση των καυγάδων τους εκείνες τις μέρες, οι «αχώριστοι» λίγο πριν φύγουν από την αποθήκη ηρεμούσαν, έμεναν για λίγο αμίλητοι και έφευγαν με τον ίδιο πάντα τρόπο, πιασμένοι απ’ το χέρι, με κείνη να σκουπίζει τα δάκρυά της και κείνον να κοιτάει συνέχεια κάτω και να ξύνει τη μύτη του.
Όλες τις άλλες μέρες όμως, η κα Μαυρομάγουλου δεν χόρταινε να τους βλέπει! Εκείνες τις μέρες έρχονταν με τη μηχανή. Έσπαγαν στα γρήγορα την κλειδαριά μεταξύ φιλιών και αγκαλιών και δεν έβλεπαν την ώρα να μπουν στην αποθήκη και να αρχίσουν τα…άλλα! Όση ώρα έμεναν μέσα, δεν ξεκολλούσαν ο ένας από τον άλλο! Και η κα Μαυρομάγουλου το ευχαριστιόταν με την ψυχή της! Ο κος Μαυρομάγουλος απ’ την άλλη που ούτε οι καυγάδες του άρεσαν αλλά ούτε και να παίρνει μάτι τις ερωτικές περιπτύξεις των άλλων, μάλωνε την κυρία του να μην είναι αδιάκριτη, αλλά αυτές τις φορές δεν γύριζε αλλού το κεφάλι του, όπως όταν τσακώνονταν οι «αχώριστοι».!(…)
Αυτά, γίνονταν κατ’ επανάληψη τα τελευταία τρία χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των τριών χρόνων, κάποια πράγματα άλλαξαν στους «αχώριστους». Η μικρή άρχισε να μεγαλώνει, να αδυνατίζει συνεχώς και το πρόσωπό της να χλομιάζει. Εκείνος, γινόταν όλο και πιο αμίλητος αλλά και πιο βίαιος μαζί της τις ημέρες των καυγάδων τους. Αυτό, όμως, που δεν άλλαξε ποτέ στη διάρκεια αυτών των χρόνων, ήταν ο τρόπος που έρχονταν στο οικόπεδο του κου αστυνόμου και ο τρόπος που έφευγαν από αυτό. Πιασμένοι πάντα χέρι-χέρι.! Τι και αν όταν ψήλωσε η μικρή, εκείνος φαινόταν σαν το μικρό της αδελφό  και για να φιληθούν έπρεπε εκείνη να σκύψει! Τι και αν οι καυγάδες τους τελευταία μες στην αποθήκη ήταν πιο έντονοι από ποτέ με κείνον να ασκεί περισσότερη σωματική βία πάνω της, και κείνη να πλαντάζει στο κλάμα! Ένα πράγμα παρέμενε ίδιο! Αυτή, η πρώτη εικόνα που είχε χαραχτεί στα μάτια και την καρδιά της κας Μαυρομάγουλου! Τα δύο παιδιά, οι «αχώριστοι», πιασμένοι χέρι-χέρι! Έρχονταν και έφευγαν απ’ το οικόπεδο, τσακωμένοι ή αγαπημένοι, πάντα πιασμένοι απ’ το χέρι, πάντα «αχώριστοι»!(…)
Τον τελευταίο καιρό, όμως, οι «αχώριστοι» είχαν μέρες να’ ρθουν στο οικόπεδο του κου αστυνόμου και η κα Μαυρομάγουλου είχε αρχίσει να πλήττει θανάσιμα αλλά και να  ανησυχεί με τις συνεχείς απουσίες των παιδιών από το οικόπεδο.! Μόνο όμως η κα Μαυρομάγουλου ήταν αυτή που ανησυχούσε,, γιατί αντίθετα, ο κύριός της είχε αρχίσει πάλι να βρίσκει την ησυχία του αλλά και.. τον απογευματινό του ύπνο! Πέρασαν σχεδόν 2 βδομάδες! απουσίας τους απ’ το οικόπεδο, όταν ένα απόγευμα η κα Μαυρομάγουλου αντιλήφθηκε κάποιες φιγούρες στην είσοδο, και αναθάρρησε!!
-Ξύπνα! Ήρθαν! Ήρθαν πάλι οι «αχώριστοι»! Ξύπνα να τους δούμε! Προσπάθησε η κα Μαυρομάγουλου να ξυπνήσει τον κύριό της, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίθηκε.
Όμως, γρήγορα συνειδητοποίησε, ότι  δεν ήταν οι «αχώριστοι» αυτή τη φορά..! Ήταν ο κος αστυνόμος μαζί μ’ έναν άντρα και μια γυναίκα.! Η γυναίκα έμοιαζε πολύ με τη μικρή αλλά σε μεγαλύτερη ηλικία και με αρκετά παραπανίσια κιλά και ο άντρας έμοιαζε με κείνον. Έκλαιγαν με λυγμούς και άκουγαν τον κο αστυνόμο να τους λέει πως το αγόρι και η μικρή έρχονταν συχνά εδώ, στο οικόπεδό του. Τους μιλούσε για τον τρόπο που τους τσάκωσε την πρώτη φορά και για όλες τις υπόλοιπες που έβρισκε παραβιασμένη την πόρτα και την αποθήκη του σε μαύρο χάλι και κείνοι έκλαιγαν όλο και περισσότερο. Ο κος αστυνόμος αυτή τη φορά ήταν ήρεμος αλλά και λυπημένος! Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι η κα Μαυρομάγουλου, η οποία στεκόταν στο φράχτη χωρίς να καταλαβαίνει τι είχε συμβεί! Μα πού είναι οι «αχώριστοι»??? Αναρωτιόταν, έχοντάς την ήδη κυριεύσει ένα κακό προαίσθημα!
Ο κος αστυνόμος οδήγησε τον άντρα και τη γυναίκα μες στην αποθήκη. Τους ακολούθησε η κα Μαυρομάγουλου που στάθηκε μόνη της στο περβάζι χωρίς να τη νοιάζει προς στιγμή που ο κύριός της δεν είχε ξυπνήσει και δεν την είχε ακολουθήσει. Εκεί, ο κος αστυνόμος συνέχισε να μιλάει και ο άντρας και η γυναίκα συνέχισαν να κλαίνε όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο απελπισμένα. Εκεί, άκουσε και η κα Μαυρομάγουλου τι είχε συμβεί (…).
Οι «αχώριστοι» από κείνη την ημέρα δεν θα ξανάρχονταν στο οικόπεδο. Πέταξαν με τη μηχανή τους σ’ άλλα μέρη, γεμάτα φως και αγάπη!..
Μόλις έφυγε ο κος αστυνόμος με τους άλλους δύο απ’ το οικόπεδο, η κα Μαυρομάγουλου σοκαρισμένη και κλαίγοντας γοερά μη μπορώντας να πιστέψει ότι δεν θα ξανάβλεπε τους «αχώριστους», γύρισε στο φράχτη όπου ήταν ξαπλωμένος ο κος της. Μα δεν είχε πάρει είδηση τίποτα τόση ώρα?? Τόσο βαθιά κοιμόταν?! Προσπάθησε να τον ξυπνήσει, αλλά ο κος Μαυρομάγουλος δεν ανταποκρινόταν! Δεν ανταποκρίθηκε ποτέ. Είχε κοιμηθεί βαθιά, αφήνοντας για πρώτη φορά την κα του μόνη της! Η κα Μαυρομάγουλου δεν έκλαψε άλλο. Του’ πιασε το χέρι, έτσι ακριβώς όπως πιάνονταν οι «αχώριστοι» και με ένα πήδημα καρφώθηκε στο φράχτη.!
Από κείνη την ημέρα, οι αγαπόρνιθες και οι «αχώριστοι» πετάνε μαζί στο φως, πιασμένοι πάντα χέρι- χέρι.!

____________________________________________________________________
٭ Αγαπόρνις (ετυμ. αγάπη + όρνις = πουλί της αγάπης, αγγλ. lovebird) είναι η κοινή ονομασία ενός παπαγάλου μικρού μεγέθους από την Αφρική. Έχει πολύ στοργική συμπεριφορά, από την οποία προέρχεται και το όνομά του. Έχει παρατηρηθεί ότι το πουλί αυτό αναπτύσσει με το ταίρι του ιδιαίτερα στενούς δεσμούς, οι οποίοι συχνά κρατάνε για μια ζωή και είναι τόσο ισχυροί, ώστε εάν πεθάνει το ένα από τα δύο πουλιά, σύντομα ακολουθεί και το άλλο. Για το λόγο αυτό οι αγαπόρνιθες αποκαλούνται και «αχώριστοι» (πηγή: Βικιπαίδεια).
____________________________________________________________________

** Η Θωμαΐς Καλαντζή γεννήθηκε το 1985 στη Ρόδο, όπου και κατοικεί. Είναι νέα δικηγόρος και φοιτήτρια στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Αγαπάει τη νομική επιστήμη αλλά όχι το επάγγελμα του νομικού. Αν γυρνούσε το χρόνο πίσω, στα 18, θα επέλεγε το τμήμα Ιστορίας της Τέχνης της Σχολής Καλών Τεχνών. Με τη συγγραφή διηγημάτων ασχολείται εδώ και ένα χρόνο, και τη θεωρεί το πιο ισχυρό αντικαταθλιπτικό στη σημερινή πραγματικότητα. facebook ] [ e-mail ]


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...