Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Βιβλιοκριτική: "Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα" της Δώρας Κασκάλη


της Ευρυδίκης Αμανατίδου *

"Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα" ή η περιπέτεια ενός επίδοξου συγγραφέα, μιας ηρωίδας που ζει στην πολύπαθη καθημερινότητα και ενός χειρόγραφου που αναζητάει τον υποψήφιο εκδότη του. Τρία σε ένα λοιπόν και προτάσσοντας τις πέντε διαφορετικές γραφές, βρισκόμαστε ενώπιον μιας πρωτότυπης σε σύλληψη νουβέλας.

Τι σύνδεση έχει η ηρωίδα Χριστίνα με την αφηγήτρια; Και ποια είναι η σχέση της τελευταίας με τον -περιβαλλόμενο από το θολό νέφος της αβεβαιότητας- αποδέκτη του χειρογράφου της;

«Όλα ξεκίνησαν από την ανάγκη μου για ψυχική αποσυμπίεση». Αυτή είναι η εναρκτήρια πρόταση, η απάντηση που δίνουν όλοι εκείνοι τους οποίους η γραφή ταλανίζει αλλά και μαγεύει ταυτόχρονα. Γεννάται όμως το εξής ερώτημα: αυτή η ανάγκη σε τι δρόμους μπορεί να οδηγήσει τον γράφοντα; Γιατί αν υποθέσουμε πως το κείμενο είναι το μεταφερόμενο υλικό, μια καλή ερώτηση είναι: «σε ποιο σκαρί θα το βάλουμε για να κάνει το ταξίδι του;». Κι αν βρούμε την απάντηση σε αυτό, ποια είναι η πορεία που θα ακολουθήσει; Προορισμός του η Ιθάκη ή το νησί των Λαιστρυγόνων; Ή μήπως αυτό των Φαιάκων ή απλά και μόνο η επιτυχής διέλευση από το πέρασμα όπου ελλοχεύουν οι Σειρήνες;

Η Δώρα Κασκάλη επιχειρεί με μεγάλη επιτυχία κατά την προσωπική μου άποψη να καταγράψει αυτή την Οδύσσεια του συγγραφέα. Ντύνοντας το χειρόγραφό της με τον εμπιστευτικό, φιλικό ή εξομολογητικό τόνο και απευθύνοντάς το στον τελικό του παραλήπτη, τον εκδότη, στην ουσία ανοίγει ένα διάλογο με τον αναγνώστη. Πίσω από την εκάστοτε εκφορά του γραπτού λόγου κρύβεται ο προβληματισμός του ανθρώπου που προσπαθεί να επικοινωνήσει με μέσο του τις λέξεις.

Κι έτσι η αφηγήτρια «πειραματίζεται» με διαφορετικές γραφές και το αντίστοιχο ύφος. Ξεκινάμε την ανάγνωση με τα όνειρα της Χριστίνας και το γκρέμισμά τους σε ένα ανήλιαγο υπόγειο στα αζήτητα του Δημοσίου μέχρι την ηρωική παραίτησή της. Πρώτη γραφή η γυναικεία δίνοντας με έναν ιδιαίτερο τόνο τα προβλήματα μιας σύγχρονης εργαζόμενης. Στο τέλος η αφηγήτρια φοβάται ότι το κείμενο παραείναι αυτοβιογραφικό οπότε και περνάει στη δεύτερη γραφή, αυτή του ψυχολογικού θρίλερ. Ο λόγος πλέον σε πρώτο πρόσωπο, πιο κοφτός και αιχμηρός, εισχωρεί στα σκοτάδια της παλιάς της γειτονιάς και σε αυτά που έχουν ταριχεύσει την ψυχή της. Παράλληλα, η πλοκή εξελίσσεται και ο αναγνώστης βλέπει με άλλη ματιά πια τη ζωή της ηρωίδας. Στην τρίτη γραφή, αλλάζει ο τόπος, αλλάζει και το ύφος και να η εισαγωγή στην κλασσική αστυνομική περιπέτεια. Με τη διαλεύκανση της υπόθεσης, η γραφή θα περάσει στην αισθηματική/ερωτική αφήγηση μια και η εξέλιξη έχει φτάσει να την απαιτεί.

Το ροζ δεν είναι ένα χρώμα που ταιριάζει στο χειρόγραφό της τελικά, συμπεραίνει η αφηγήτρια, και πιάνει πλέον να υφάνει τον ιστό καταθέτοντας ατόφιο τον εαυτό της, ξεφεύγοντας από κλισέ, ύφη και τυπολογίες. Πού θα εντάξει τώρα αυτό το τελευταίο κομμάτι; Μήπως η κρίσιμη στιγμή όπου η ηρωίδα της καλείται να πάρει αυτό που λέμε «αποφάσεις ζωής» είναι και το κομβικό σημείο όπου η αφηγήτρια αναγνωρίζει ότι πλέον γράφει μέσα από και με την ψυχή της; Μήπως είναι αυτή η στιγμή της ωρίμανσης για την ηρωίδα, για την αφηγήτρια, για τον συγγραφέα, για τον άνθρωπο γενικότερα;

Μέσα από τις πέντε διαφορετικές γραφές, η Δώρα Κασκάλη δίνει ανάγλυφα την πάλη στο μυαλό ενός συγγραφέα και το βάρος που αναλαμβάνει αυτός όπως και τη βαρύτητα που δίνει στο δημιούργημά του.

Σταχυολογώ από τη σελίδα 15: «Αν έπαιρνα, λοιπόν, έναν άξιο εκπρόσωπο του κάθε είδους και ξεπατίκωνα τα βασικά συστατικά της συνταγής της επιτυχίας του, δεν θα είχα έναν αξιόπιστο σηματωρό στο μαινόμενο πέλαγος της δημιουργίας; Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μεν βολικό, αλλά τελικά θα με πρόδιδε η φκιασιδωμένη έκφραση που δεν θα μπορούσε να κρύψει την ασχήμια της με τ’ ακριβά καλλυντικά».

Και από τη σελίδα 79: «Τώρα πια είμαι περισσότερο σίγουρη από ποτέ ότι η διακονία της λογοτεχνίας πρέπει να γίνεται με σύνεση και με μικρούς στόχους. Καλά τα συνταγολόγια και οι προκάτ πλοκές, αλλά σε μια εποχή που όλα έχουν ειπωθεί, δεν ξεβρακωνόμαστε αμέσως στους αναγνώστες όσα ακριβά λιλιά κι αν φορέσουμε; Εγώ, προς ώρας, θα θέσω ως επόμενο στόχο την πέμπτη ζωή της ηρωίδας μου, κοιτάζοντας να την ιστορήσω με τρόπο που να είναι πιο κοντά στην ουσία της γλώσσας που μου έφτιαξαν τα λειψά μου διαβάσματα και η εγωίστρια μνήμη».

Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα πάνω στην πορεία και την ωρίμανση μιας γυναίκας και ενός χειρογράφου. Ένα ανοικτό βιβλίο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK. Ο σύνδεσμος για να το αποθηκεύσετε στην ψηφιακή σας βιβλιοθήκη είναι http://www.openbook.gr/2012/10/kaskali.html.


* Η Ευρυδίκη Αμανατίδου ζει στην Αθήνα, ακόμη κι όταν βρίσκεται στον κόσμο της. Της αρέσει να παίζει με τις λέξεις, τα χαρτιά και τα μολύβια. Θα τη βρείτε επίσης στο http://evriam.blogspot.com 


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...