Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Διήγημα : Η πλάση των νεκρών


του Γιώργου Τυρίκου - Εργάς *

Η πόλη ποτέ δεν κοιμάται
η πόλη ποτέ δεν ξυπνά
Η πόλη μοιάζει με Νεκρό
και οι άνθρωποι με τα σκουλήκια του

Ήρθα πάλι στην βουή και στα φώτα του μαγαζιού. Πριν λίγο όμως, να πριν δεκαπέντε λεπτά, ήμουν σε μια σοφίτα και διάβαζα. Είχα ξεκινήσει από το πρωί, σταμάτησα μόνο για να τσιμπήσω κάτι το μεσημέρι και συνέχισα. Ξαπλωμένος στο ντιβάνι, από πάνω μου η ξύλινη σκεπή, τριγύρω μου βιβλία και σύνεργα ζωγραφικής. Τα μεγαλύτερά μου διαβάσματά τα έχω κάνει ξαπλωμένος, το σώμα μου δεν συμμετέχει στην διαδικασία.
Με παίρνει το απόγευμα. Δεν σηκώθηκα να ανοίξω φως. Η σοφίτα σκοτείνιασε, σιγά σιγά δεν μπορούσα πλέον να ξεχωρίσω τα γράμματα, έκλεισα το βιβλίο και στάθηκα να κοιτώ το σκοτάδι που πύκνωνε και έβαφε με απροσδιοριστία τα αντικείμενα στον χώρο. Ένα σκοτάδι μπλε, καλόβουλο, φυσικό, στην ώρα του όπως πάντα. Πρώτα κάνει το κίτρινο και το πράσινο να χλομιάσουν, τελευταίο παραδίνεται το κόκκινο χρώμα, το κόκκινο που θα γίνει σύντομα μαύρο. Σπουδάζω λαογραφία. Πολλές φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να αναπολεί την παλιά εποχή μα συνήθως ξέρω πως αναπολώ κάτι που δεν υπήρξε. Παρόλα αυτά θλίβομαι που ως σύγχρονος άνθρωπος δεν ακολουθώ πια την ροή της φύσης. Η ροή της φύσης είναι κάτι αληθινό, κάτι που ξέρω πως υπήρχε και υπάρχει και κάτι που ξέρω πως μου λείπει. Η ροή της φύσης όπως την ζει η μνήμη του σώματός μου και όχι όπως την έχουμε ορίσει πολιτισμικά ή μαθηματικά. Ζω σε έναν κόσμο όπου το σύνθημα είναι : «η πόλη δεν κοιμάται». Τα μεροκάματα κυλούν, μια στρατιά εργαζόμενων τρέχει άσχετα με τι έχει ανατείλει ή δύσει στον ουρανό. Ο ήλιος σηκώνεται και πέφτει μα οι άνθρωποι δεν τον παρακολουθούν. Έχουν τεχνητά φώτα, τον έχουν νικήσει, οι δουλειές τους δεν μπορούν να περιμένουν. Νεοσσοί εκκολάπτονται σε μηχανήματα που δεν ξέρουν μέρα ή νύχτα. Τα φυτά μεγαλώνουν σε όλες τις εποχές κάτω άπλετο ηλεκτρικό το οποίο για να παραχθεί αντλεί τα σωθικά της γης και ανταποδίδει ρύπους. Ναι…οι εποχές. Χάθηκαν, μαζί και οι γιορτές τους. Παλιότερα παρατηρούσα τα φύλλα να πέφτουν, τον νοτιά να έρχεται και έλεγα: φθινόπωρο, χειμώνας. Τώρα οι περισσότεροι από εμάς βλέπουμε αν έχουν στολιστεί τα Mall με ψεύτικες γιρλάντες για να «νιώσουμε» Χριστούγεννα. Δεν κοιτάμε ψηλά, δεν έχει νόημα, ζούμε τις περισσότερες ώρες τις μέρας μας εγκιβωτισμένοι σε τσιμεντένια χτήρια, σε αυτοκίνητα, στο μετρό… Το σώμα μου έχει ανάγκη να ακολουθεί την μέρα και την νύχτα, τις εποχές. Εχω ανάγκη να βλέπω ουρανό και θάλασσα. Για αυτό από νωρίς αποφάσισα πως δεν γίνεται να ζήσω σε πόλη. Άφησα Λευκωσία, Παρίσι, Σικάγο, πίσω μου και δεν το έχω μετανιώσει. Όμως δεν υπάρχει καταφύγιο από τόσες πολλές και μεγάλες αλλαγές. Στο νησί δεν μπορείς να κρύβεσαι για πάντα και από όλα. Μου μένει παρηγοριά η σοφίτα μου που σκοτεινιάζει, κάτι νύχτες στο ψάρεμα που οι αστερισμοί από πάνω μου κάνουν τον κύκλο τους, υπενθυμίζοντάς μου ότι μπορεί εμείς την ζωή μας να την έχουμε σακατέψει, εκείνοι όμως θα είναι εκεί, σταθεροί στο στερέωμα για όποιον θυμηθεί πως είναι άνθρωπος και όχι μηχάνημα. Άνθρωπος σημαίνει κομμάτι της πλάσης. Προσπαθώ συνεχώς να μην σκλαβωθώ στον εαυτό μου.


* Ο Γιώργος Τυρίκος Εργάς έχει σπουδάσει σε διάφορα πανεπιστήμια του κόσμου. Σε επίπεδο διδακτορικού μελετάει τα τελευταία χρόνια την λαϊκή προφορική λογοτεχνία που αφορά στα στοιχειά και στους στοιχειωμένους τόπους του ΝΑ Αιγαίου. ‘Εχει γράψει, μεταξύ άλλων, τη συλλογή διηγημάτων του φανταστικού, “Οι Μίνες του Θαβώρ” (εκδ. Αιολίδα), και το μυθιστόρημα ‘”Η Καινούρια Διαθήκη του Σμου” (εκδ. Πατάκη). Το τελευταίο του βιβλίο ”Αυλητής και Παππουλάνθρωπος” (με τον Κ. Ζαφειρίου, εκδ. Αιολίδα) περιλήφθηκε στον κατάλογο White Ravens της Διεθνούς Νεανικής Βιβλιοθήκης του Μονάχου μεταξύ των 250 σπουδαιότερων παιδικών-νεανικών βιβλίων φαντασίας παγκοσμίως για το 2011. [ e-mail ]


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...