Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Διήγημα : Μια Παρασκευή σε ένα μπαρ


του Φίλιππου Γαλιάσου *

Το γυρόφερνε στο βλέμμα του. Κενό βλέμμα, θολωμένο, σκοτεινό. Κρατούσε ένα ποτήρι μπύρας και έβλεπε τις φυσαλίδες να σκάνε με το στριφογύρισμα του χεριού του. Είχε κολλήσει σε αυτό το παιχνίδι για ώρα τώρα. Οι φυσαλίδες έμοιαζαν με προβλήματα που έσκαγαν και η επιφάνεια της δροσερής μπύρας όλος ο κόσμος. Ένα σύμπαν σε δύο διαστάσεις. Ένα σύμπαν στρογυλό σα τηγανίτα, λεπτό σα χαρτί, πάνω του έτρεχαν όλοι, εκείνος και οι άλλοι, όλοι τους. Κάποιες φουσκάλες έσκαγαν φτάνοντας στα τοιχώματα και κάποιες άλλες από το κέντρο κιόλας έλεγαν το τελευταίο τους "πλοπ".
Εξαφανιζόντουσαν σιγά σιγά αφήνοντας ολοένα και πιο καθαρή την επιφάνεια της μπύρας, ένα καθαρό σύμπαν που πρόσφερε δίχως κενά αέρα το περιεχόμενο του. Δίχως προβλήματα. Το είχε πάρει απόφαση ότι την πρώτη του γουλιά θα την έπινε αφού ξεκαθάριζε πρώτα το τοπίο. Ο μπάρμαν τον κοίταζε κάπως περίεργα πηγαίνοντας να ανοίξει τη μηχανή του εσπρέσσο. Η ώρα ήταν οκτώ το πρωί και δεν ήταν συνηθισμένος να σερβίρει μπύρα τέτοια ώρα. Πόσο μάλλον σε κάποιον που εδώ και μισή ώρα έσερνε με μικρές κυκλικές κινήσεις το ποτήρι του πάνω στον πάγκο χωρίς να έχει ρουφήξει ούτε μια γουλιά.
"Όλα καλά σήμερα;" ο μπάρμαν ήταν κοινωνικός. Το κλασσικό λάθος των μπάρμεν.
"Τι μέρα είναι σήμερα;" απάντησε εκείνος.
"Παρασκευή. Γιατί;"
"Γιατί είναι Παρασκευή;"
Ο μπάρμαν τον κοίταξε για λίγο και δε κατάφερε να συναντήσει το βλέμμα του. Εκείνος κοίταζε την επιφάνεια της μπύρας του.
"Έχει κάποιο πρόβλημα η μπύρα; Έπεσε κάτι μέσα; Σε βλέπω εδώ και ώρα να την ταλαιπωρείς και δε ξέρω τι συμβαίνει. Θέλεις να σου βάλω άλλη;"
"Γιατί σήμερα είναι Παρασκευή;"
Σκούπισε τα χέρια του στην πετσέτα και προσπάθησε να τον κοιτάξει ξανά στα μάτια. Τζίφος. Τι μυστήριο φρούτο αυτός ο πελάτης!
"Σήμερα είναι Παρασκευή γιατί εχθές ήταν Πέμπτη. Να, γι'αυτό."
"Εσένα σου αρκεί αυτό;"
"...και μου περισσεύει μάλιστα."
Έβαλε το στόμα του πάνω στη μπύρα και άρχισε να φυσά απαλά μέσα στο ποτήρι. Εξόντωνε όσες περισσότερες φυσαλίδες μπορούσε. Η επιφάνεια ξεκαθάριζε σιγά σιγά και εκείνος κοιτούσε μέσα στο ποτήρι. Έγειρε λίγο στο πλάι και κοίταξε το ποτήρι ανφάς. Έτσι φαινόταν το βάθος, η ποσότητα, φαινόταν όλο αυτό που είχε μπροστά του να γευθεί. Αυτό τον καθησύχασε κάπως. Για λίγο έστω.
"Οι μέρες δε θα έπρεπε να εξαρτώνται η μια από την άλλη. Θα έπρεπε να υπάρχουν η κάθε μια μόνη της. Όχι απαραίτητα με τη σειρά που ξέρουμε."
"Άνθρωπε μου θα έλεγα να σου φτιάξω καλύτερα ενα καφεδάκι να πιείς. Κερνάω εγώ."
"Το να μου λες ότι σήμερα είναι Παρασκευή επειδή εχθές ήταν Πέμπτη είναι ένα τρομερό λάθος. Ένα λάθος που μπορεί να έγινε την πρώτη μερα αυτού του κόσμου και από εκεί και πέρα όλο το μέτρημα να πήγε στράφι."
"Τι πρόβλημα έχεις με τις ημέρες; Τι σε πειράζει αν είναι Παρασκευή, Σάββατο ή μια γαμοδευτέρα; Θέλεις ένα εσπρεσσάκι να ξελαμπικάρεις;"
"Το εσπρέσσο έχει καϊμάκι και αργεί να φύγει από την επιφάνεια. Με την μπύρα είναι πιο απλά τα πράγματα."
Ο μπάρμαν του γύρισε την πλάτη και χώθηκε μέσα στην κουζίνα μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτα Ελληνικά. Σαν προσευχή και κατάρα μαζί ενα πράμα.
"Πλοπ" ειπε η τελευταία φυσαλίδα και μετά εκείνος σήκωσε το ποτήρι του ψηλά. Έβλεπε μέσα του τον μπάρμαν να κινείται, έβλεπε όλες τις Παρασκευές που πέρασαν γιατί ήταν οι επόμενες από τις Πέμπτες. Σκέπτονταν τις φυσαλίδες που χάθηκαν. Που πήγαν; Ενα χαμόγελο μπαστακώθηκε στα χείλη του. Ήταν καλά τώρα. Ήξερε τι μέρα ήταν και η μπύρα του ήταν πεντακάθαρη. Ζεστή μεν, καθαρή από φουσκάλες δε. Σιχαινόταν αυτό το σκάσιμο των φυσαλίδων στα χείλη του. Ήθελε να πάνε στον αγύριστο προτού τις γευτεί. Κενότης σκέτη ήταν. Ενα πρόβλημα και μόνο αυτό. Εκείνος μόνο το περιεχόμενο ήθελε. Την ουσία.
Οι μέρες να ταν ό,τι αυτές ήθελαν, να ταν ό,τι αυτός ευχόταν. Μια μεταμφιεσμένη Τετάρτη ας ήταν η Παρασκευή. Ας ήταν ότι ήθελε. Τι σημασία είχε στο κάτω κάτω;
Άφησε το ποτήρι του στον πάγκο χωρίς να έχει πιεί ούτε μια γουλιά.
"Θα μου φέρεις άλλη μια μπύρα σε παρακαλώ;"
Ο μπάρμαν γύρισε το κεφάλι του, μέσα από την κουζίνα, και κοίταζε μια εκείνον και μια το γεμάτο ποτήρι του.
"Αφού δεν άγγιξες καν το ποτήρι σου! Τι τη θέλεις τη δεύτερη μπύρα;"
"Ζεστάθηκε αυτή."
"Και γιατί την άφησες να ζεσταθεί και δεν την ήπιες πιο γρήγορα;"
"Εσύ γιατί μου λες ότι είναι Παρασκευή επειδή εχθές ήταν Πέμπτη;"
"Τρελός είσαι άνθρωπε μου! Μα αφού σήμερα είναι Παρασκευή το λέει και το ημερολόγιο. Είναι γεγονός."
"Αν μου φέρεις δεύτερη μπύρα και αυτό θα είναι γεγονός"
Ο μπάρμαν έπιασε ένα ποτήρι και πίεσε την κάνουλα για να γεμίσει.
Αυτοί που πίνουν έχουν πρόβλημα. Εκείνοι που ούτε καν το αγγίζουν έχουν τα δικά τους.
Η φρέσκια μπύρα προσγειώθηκε μπροστά του, γεμάτη με αφρό και τουρλοτές φυσαλίδες .
"Να πάρω την παλιά;"
"Τι πράμα;"
"Να πάρω πίσω την προηγούμενη μπύρα;"
"Όχι άστην εδώ να την κοιτάζω. Ξέρεις..."
"Τι;"
"Εχθές βγήκα από το κέντρο αποτοξίνωσης και θέλω να βλέπω τι κέρδισα από αυτό. Μια μπύρα μείον. Στην υγειά σου λοιπόν."
Σήκωσε το δεύτερο ποτήρι στα χείλη του και αυτό τσουλήθρησε ολόκληρο μέσα του. Μαζί με τις φουσκάλες και τη δροσιά του. Το άφησε με σαματά πάνω στον πάγκο και κοίταξε για πρώτη φορά τον μπάρμαν ίσα στα μάτια.
"Η μέρα είναι δικιά μας λοιπόν! Εσύ βάζεις, εγώ πίνω."
Ο μπάρμαν κοίταξε το "άδειο σε ένα μόλις δευτερόλεπτο" ποτήρι και το έπιασε στα χέρια του. Αυτή η Παρασκευή αναμενόταν να είναι μεγαλύτερη από τις προηγούμενες...


* Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1972. Έχει αποφοιτήσει από το τμήμα επιχειρησιακής έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) και έχει εργαστεί σε διάφορες εταιρίες ενώ αυτή τη στιγμή απασχολείται σε κατασκευαστική εταιρία ως ελεύθερος επαγγελματίας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη συγγραφή μικρών διηγημάτων και ποιημάτων κουσούρι που του έμεινε από τα φοιτητικά του χρόνια που λάτρευε να χτυπάει τα πλήκτρα της γραφομηχανής του πατέρα του. [ ιστολόγιο ] [ facebook ] [ e-mail ]


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...