Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Διήγημα : Δυο περιστέρια


του Γιάννη Πετσαλάκη *


Ήταν τα χρόνια που οι άνθρωποι πήγαιναν ακόμα στην εκκλησία τις Κυριακές. Πήγαιναν όμως από συνήθεια. Να δουν τι ντύνεται η μια, να μάθουν, να κουτσομπολέψουν κι όχι να ακούσουν τι έλεγαν τα ιερά λόγια. Λίγοι, πολύ λίγοι πήγαιναν για να βιώσουν τα θεία όπως ακριβώς πρέπει. Κι ήταν τόσο λίγοι που μετρούνταν στα δάχτυλα. 

Μόνο σε κάποιες ιερές Μονές και σε Ησυχαστήρια τελούνταν το τυπικό όπως παλιά. Ο κόσμος παρ’ όλη την απιστία και διαφθορά, διψούσε κι έτρεχε στα Μοναστήρια ν’ ακούσει κατανυχτικές ακολουθίες ν’ αγαλλιάσει και να ηρεμήσει η ταραγμένη ψυχή του. Υπήρχε ένας σεβάσμιος ιερέας σ’ ένα από αυτά τα Μοναστήρια της Ελληνικής επικράτειας που είναι διάσπαρτα σ’ ολόκληρη την ελληνική γη τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική. Γυναικεία Μονή με μοναχές στο ψαλτήρι πρόσφεραν στο ακροατήριο ποιοτικές ψαλμωδίες. Με το φως των κεριών, κατανυχτικά, με το αρωματικό λιβάνι, τη μυρωδιά του κεριού και των λουλουδιών η ψυχή έβρισκε την ανάταση που ποθούσε. Παρ’ όλο που ήταν μακριά από την πόλη και πάνω στο βουνό έρχονταν αρκετό εκκλησίασμα όχι μονάχα τις Κυριακές ή σε Πανηγύρεις μα και στις νυχτερινές ακόμα και καθημερινές. Γιορτή κάποιου αγίου που είχαν λειτουργία. Πόλος έλξης των επισκεπτών ήταν το περιβάλλον του Μοναστηριού, από μόνο του φυσική καλλονή, κήποι με δέντρα, παρτέρια και γλάστρες με λουλούδια σχεδόν παντού και η μικρή του εκκλησούλα γέμιζε ασφυκτικά από κόσμο. Κυρίως όμως το κόσμο τον τραβούσε ο ευλαβής γέροντας με τις λειτουργίες, τις νουθεσίες του από άμβωνος και τη τήρηση του τυπικού που αν και δεν λείπει από καμιά λειτουργία και εκκλησία κατά περίεργο τρόπο απομακρύνει κόσμο αντί να τον μαζεύει σε μια αγκαλιά. Ακόμα και στο Μοναστήρι που αναφερόμαστε ο διάβολος έβαζε την ουρά του κι έτσι μυτερή που είναι πείραζε τους ανθρώπους που ασχολιούνταν με το ένα ή με το άλλο παρά να προσέχουν τα λόγια της λειτουργίας. Ευτυχώς όμως όχι όλοι. Ο εν λόγω ιερέας ήταν περασμένης ηλικίας και κατά ένα περίεργο τρόπο ενώ τα γένια του ήταν σχεδόν λευκά τα μαλλιά του κατάμαυρα. Αν παρατηρούσες από πολύ κοντά θα διέκρινες και σκόρπιες άσπρες τρίχες στους κροτάφους ή στο πίσω μέρος της κεφαλής. Οι φαβορίτες και το μουστάκι σχεδόν από κόκκινες τρίχες. Έφταιγε βέβαια ο φωτισμός, σχεδόν σκοτάδι μόνο με το φως των κεριών δε μπορούσες να διακρίνεις. Οι γυναίκες απορούσαν ιδιαίτερα οι πιο κουτσομπόλες κι έλεγε η μία στην άλλη.
- Λες να βάφει τα μαλλιά του ο παπά-Φώτης;
- Ξέρω γω, τα μαλλιά του μαύρα και τα γένια του λευκά; Θα τα βάφει σίγουρα.
- Για να τα βάφει αποκλείεται, έλεγε κάποια άλλη πιο ευλαβής. Οι ιερείς δε βάφουν τα μαλλιά τους.
- Άκου να σου πω, είπε πάλι η πρώτη. Και που το ξέρεις ότι δεν τα βάφει;
Ο ιερέας που τελούσε το μυστήριο της θείας λειτουργίας χωμένος στο ιερό και
παραδομένος στη λατρεία προσευχόταν κατανυκτικά και με θέρμη για κάθε άρρωστο ξεχωριστά που γνώριζε και για όποιον δε γνώριζε, γνώριζε ο Θεός όπως έλεγε άλλωτε, πιστός στο καθήκον και την ιερωσύνη παρασάγκας απείχε απ’ τη συζήτηση των τριών γυναικών κι όσα εκείνες έλεγαν για τα μαλλιά του. Πράος και ταπεινός ετοιμάστηκε για την ανάγνωση του ευαγγελίου, εξήλθε στην ωραία πύλη και με γλυκολάλητη λαλιά είπε:
- Σοφία. Ορθοί. Ακούσωμεν του αγίου Ευαγγελίου. Ειρήνη πάσι.
Το τρίο των γυναικών αλαφιάστηκε, μεμιάς σηκώθηκαν απ’ τα καθίσματά τους,
σταμάτησαν απότομα τη κουβέντα τους, σταυροκοπήθηκαν σαν να μη τρέχει τίποτα και κοίταξαν ίσια μπροστά και οι τρεις.
Ο ιερέας πλησίασε στο μικρόφωνο, κρατώντας ανοιχτό το Ευαγγέλιο κι ετοιμάστηκε να διαβάσει την περικοπή. Τι ήταν αυτό που είδαν τα μάτια του κόσμου; Ένα άσπρο περιστέρι καθόταν στον δεξί του ώμο κι άλλο ένα, άσπρο επίσης στον αριστερό. Ο γέροντας ατάραχος αναγίνωσκε το ιερό κείμενο ενώ όλοι έμεναν εκστατικοί κι απορημένοι. Πού βρέθηκαν τα δυο περιστέρια; Περιστεριώνες το Μοναστήρι δε διέθετε. Να ήταν κουρνιασμένα από πριν στο ιερό; Δεν θα’ χαν ακούσει κάποιο φτερούγισμα; Κάποιο τιτίβισμα; Τα περιστέρια ήταν θρονιασμένα στους ώμους του ιερέα, ήσυχα, ακίνητα σαν αγάλματα. Απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει ο κόσμος μόνο τα μάτια τους κουνιόνταν πέρα – δώθε, διαπεραστικά, κοιτούσαν μπροστά με βλέμμα εξεταστικό, κοιτούσαν στο πλάι, κοιτούσαν πίσω σαν να’ θελαν να δουν έναν – έναν ξεχωριστά. Μια γυναίκα σταυροκοπήθηκε. Τη μιμήθηκαν κι άλλες.
- Παναγιά μου τι είναι τούτο; είπε σιγανά μια άλλη.
- Ποιο; ρώτησε αυθόρμητα ένα παιδί.
- Τα περιστέρια!
- Τα βλέπεις και συ; τη ρώτησε η διπλανή της.
Όλο το εκκλησίασμα τα έβλεπε. Κι οι γέροι που η όρασή τους δεν είναι πολύ καλή,
τα έβλεπαν. Κι οι άντρες και τα παιδιά. Τα ράσα του παπά έκαναν αντίθεση, με τα περιστέρια που ήταν κάτασπρα στους ώμους του και τόση εντύπωση, όσο δέος, θαυμασμό αλλά και φόβο κυρίεψε, όπως το φαινόμενο της πλημμυρίδας όλο ανεξαιρέτως το εκκλησίασμα. Η μία γυναίκα από τις τρεις, εκείνη που πριν διαβεβαίωνε ότι ο ιερέας βάφει τα μαλλιά του, άρχισε να κλαίει με βουβό κλάμα. Αν δεν ακουγόταν ακόμα το Ευαγγέλιο θα έκλαιγε με αναφιλητά. Δάκρυα καυτά, κυλούσαν το ένα μετά το άλλο στα μάγουλά της χωρίς κλάμα. Μα δεν μπορούσε να τα σταματήσει. Είχαν τον καλύτερο ιερέα που υπηρετούσε αυτή τη Μονή, ιδού η απόδειξις κι εκείνη μόλις πριν λίγο τον κατηγορούσε για τι; Για τρίχες! Το περιστέρι συμβολίζει το Πανάγιο Πνεύμα κι αν δυο περιστέρια κάθονταν στους ώμους του γέροντα ενώ διαβάζει την Ευαγγελική περικοπή αυτό σημαίνει ότι ο ιερέας είναι ευλαβής και ταπεινός τόσο ώστε να καταδεχτεί το Άγιο Πνεύμα να κατέλθει φανερά σε όλους εν είδει περιστεράς να καθίσει στους ώμους του ένα περιστέρι στον δεξιό κι άλλο περιστέρι στον αριστερό τούτη την ώρα που η λειτουργία κορυφώνεται και θα κορυφωθεί σύντομα. Σήκωσε δειλά τα μάτια και κοίταξε το περιστέρι αυτό που ήταν στη μεριά της. Το μάτι του παιχνίδισε και τη κοίταξε γλυκά θα έλεγε, συγχωρητικά. Τα δάκρυά της συνέχιζαν να τρέχουν θερμά. Δάκρυα μετανοίας.
Ο παπά-Φώτης τέλειωσε την ανάγνωση, έκλεισε το Ευαγγέλιο και πήγε να το αφήσει στην Αγία Τράπεζα. Όλοι όσοι μπορούσαν να δουν τα περιστέρια κάθονταν ακόμα στους ώμους του.
Δόξα σοι, Κύριε. Δόξα σοι.
Αμέσως μετά ξαναβγήκε για να εξηγήσει το ευαγγέλιο και να πει τα
καθιερωμένα λόγια από άμβωνος. Έτσι συνήθιζε σε κάθε λειτουργία. Μόλις που πήγε να μιλήσει, πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη όλο το εκκλησίασμα ρώτησε με μια φωνή:
Πού πήγαν τα περιστέρια;
Ποιά περιστέρια; ρώτησε με τη σειρά του το λαό ο παπά-Φώτης.
Τα δύο λευκά, ολόλευκα περιστέρια που μόλις πριν λίγο κάθονταν στους ώμους του
είχαν εξαφανιστεί. Τον διαβεβαίωνε όλος ο κόσμος πως όση ώρα εκείνος διάβαζε το ιερό Ευαγγέλιο ένα άσπρο περιστέρι κάθονταν στον δεξί του ώμο κι άλλο ένα στον αριστερό του. Πιο φοβερό όμως για το εκκλησίασμα ήταν πως ο γέροντας δε κατάλαβε τίποτα. Είχε πλήρη άγνοια του συμβάντος.
Εγώ δεν είδα κανένα περιστέρι πουθενά! τους διαβεβαίωσε. Εσείς τα είδατε όπως λέτε άρα εσείς είστε οι άξιοι κι εγώ ο πιο αμαρτωλός!
Η βαρύνουσα τούτη φράση προβλημάτισε όλους, περισσότερο τους πιο
ηλικιωμένους καθώς ένας – ένας συναισθάνθηκε το φορτίο των δικών του αμαρτιών. Το ίδιο και οι γυναίκες ιδιαίτερα οι τρεις που μόλις πριν λίγο μιλούσαν στην εκκλησία μεταξύ τους. Ο σεβάσμιος γέροντας συνέχισε το κήρυγμά του, παραλλήλισε τη σημερινή κατάσταση με τη κατάσταση που περιέγραφε η ευαγγελική περικοπή, εξήγησε και νουθέτησε το εκκλησίασμα. Μετά συνέχισε τη θεία λειτουργία. Ο καθένας και η κάθε μια κατάλαβε, πήρε το μήνυμα και βίωσε νοερά τις στιγμές που ακολούθησαν, σε άκρα ησυχία. Μόνο οι γλυκόλαλες φωνές των μοναζουσών συνέχιζαν να ψάλλουν κι ο ιερέας να ιερουργεί. Σιωπή απ’ τα χείλη ολονών μα έλεγε τόσα πολλά τούτη η ευλογημένη σιωπή. Άλλος ευχαριστούσε το Θεό που αξιώθηκε με τα γήινα μάτια του να δει ένα θαύμα. Άλλη έκλαιγε βουβά επειδή καταδέχτηκε να γίνει αυτόπτης μάρτυρας των περιστεριών που συμβολίζουν το Πανάγιο Πνεύμα. Και κάποιος υποστήριξε αφού τελείωσε η λειτουργία και βγήκαν στο προαύλιο πως το Άγιο Πνεύμα είναι ένα, επομένως ένα περιστέρι έπρεπε να δουν, αλλά μια και είδαν δύο, δεν είναι καθόλου πεπεισμένος ότι πρόκειται για θαύμα.
Ο παπά-Φώτης δεν είπε πολλά στην ομιλία του άφησε τη σιωπή να πει τα περισσότερα κι όποιος πήρε το μήνυμα το πήρε. Δόξασε ξεχωριστά το Θεό γιατί ήσαν αρκετοί εκείνοι και σίγουρα αυτοί θα ωφελούνταν.-


* Ο Γιάννης Πετσαλάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1962.  Γράφει λογοτεχνία από τότε που φοιτούσε στο Γυμνάσιο.  Έχει συμμετάσχει σε τρεις ποιητικές ανθολογίες στα Χανιά και έξι στην Αθήνα.  Έχει δημοσιεύσει στις εφημερίδες του Ηρακλείου «Πατρίς», «Αλλαγή», «Εθνική Φωνή», «Τόλμη», «Μεσόγειος».   Και στα Λογοτεχνικά περιοδικά (Εμείς) (Νέα Αριάδνη) (Δευκαλίων ο Θεσσαλός).  Τελευταίο βιβλίο του  «Ο καλός Ποιμήν», Ιε, (2006), Χριστιανική Ποίηση.  Έχει ολοκληρώσει 45 έργα.  Ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει συλλογή διηγημάτων του μες το 2013.



 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...