Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Διήγημα : Εικόνες στο χαρτί..


της Χριστίνας Καλογεροπούλου *

Πολλά πολλά χρόνια πριν, ζούσα ακριβώς πάνω από μια πολυσύχναστη λεωφόρο. Πολλά πολλά χρόνια πριν, γραφόμουν ανάμεσα σε πολύκροτα άρθρα και γελοιογραφίες και βρισκόμουν σε ασπρόμαυρες σελίδες εφημερίδας. Το πρόσωπό μου άφηνε μαύρους λεκέδες στα ανυποψίαστα δάχτυλα που ξεφύλλιζαν τις σελίδες. Πολλά πολλά χρόνια πριν, το πρόσωπό μου, μονοπωλούσε τις σελίδες. Δεν υπήρχε άλλη φιγούρα, εκτός από τη δική μου. Και ήταν πολλές οι σελίδες. Έφταναν και περίσσευαν για να αναδείξουν την ομορφιά κάθε ρανίδας του σώματός μου και κάθε τρίχα των στιλπνών, μαύρων μαλλιών μου.

Πολλά πολλά χρόνια πριν, άρχισε κάτι ξαφνικά να με ενοχλεί. Έντονα. Αδικαιολόγητα πολύ πολύ έντονα. Να’ταν η ποιότητα του χαρτιού; Όχι, γιατί πάντα η εκτύπωση γινόταν με ό,τι πιο εκλεκτό υπήρχε από χρώμα και χαρτί. Να’ταν οι γραμματοσειρά των σελίδων; Καλλιγραφικά που έβριθαν από καλλιέπεια. Ούτε και αυτά έφταιγαν. Έφταιγε που στις σελίδες ήμουν μόνη. Ο κενός χώρος ήταν άπλετος. Και κουράστηκα να βλέπω την ίδια εικόνα αποτυπωμένη. Εμένα.
Πολλά πολλά χρόνια λοιπόν πριν πήρα μια μεγάλη απόφαση. Αποφάσισα να αναζητήσω μια καινούργια φιγούρα να μου γεμίσει τις σελίδες. Μα γι’ αυτό έπρεπε να αφήσω την πολυσύχναστη λεωφόρο μου και να αρχίσω τα ταξίδια. Έτσι και έγινε.
Γύρισα όλο τον κόσμο. Μοντέλα που ταίριαζαν με τις σελίδες συνάντησα πολλά. Μα σαν πήγαινα να τους εντάξω σε κάποια από αυτές, κανένα δεν μπορούσε να κολλήσει. Κάτι περίεργο μου φαινόταν πως ανάβλυζε. Οι μορφές τους, σαν να εκτυπώνονταν παραμορφομένες. Και τι κρίμα που ήταν. Ήταν χωρίς υπερβολές, πολύ όμορφες φιγούρες. Φαίνεται όμως οι σελίδες είχαν συνηθίσει τις δικές μου εικόνες, και όποια άλλη φάνταζε παράταιρη. Σαν κάποια σπίτια κάποιων ανθρώπων που είναι λες και έχουν φτιαχτεί για έναν μόνο θαμώνα, γι’ αυτό δεν στεριώνει καμία άλλη παρουσία για πολύ.
Πέρασαν έτσι πολλά πολλά χρόνια. Εγώ ακόμη κατοικώ πάνω από την ίδια πολύβουη λεωφόρο. Η ζωντάνια των ανθρώπων δεν πεθαίνει, και ας πεθαίνουν οι άνθρωποι. Έρχονται άλλοι στη θέση τους και καλύπτουν τα κενά. Κάπως τραγικό, μα και παρηγορητικό εν τέλει. Δεν βρίσκετε;
Εγώ έχω πάψει πια να ψάχνω. Είναι όμορφη η σελίδα μονάχα με την παρουσία μου. Δεν θα μου άρεσε απλώς και μόνο για να γεμίζουν τα κενά, να έχω παραμορφωμένες και αταίριαχτες φιγούρες.
Όμως τι απροσδόκητα απροσδόκητη είναι αυτή η ζωή. Αποφάσισα, μια μέρα από αυτές, να κάνω μια βόλτα. Συγχρωτίστηκα με διάφορους ανθρώπους, η αλήθεια είναι αυτή. Αυτά έχουν οι πολύβουες περιοχές. Πολύ πολύ κόσμο. Ξάφνου όμως, κουρασμένη από το τόσο αταίριαστο συνονθύλευμα μορφών, καθώς περίμενα ένα ταξί να με γυρίσει σπίτι, την είδα. Την είδα τη φιγούρα που έψαχνα τόσο καιρό. Ήταν μια λυγερή, ευθυτενής φιγούρα. Μαυροφορούσα. Θα έδενα τέλεια με τα μαύρα μου μαλλιά, σκέφτηκα. Παράτησα λοιπόν το ταξί, και άρχισα να την πλησιάζω.
Είχε γυρισμένη το βλέμμα προς το φανάρι. Πεζός. Περίμενε καρτερικά το πράσινο για να περάσει. Εγώ συνέχιζα να καλύπτω το κενό ανάμεσά μας με γρήγορα βήματα, μη και ανάψει το φανάρι και μου φύγει και τον χάσω. Τον είδα να κοιτάζει ανυπόμονα το ρολόι του και να κρατάει μια μαύρη δερμάτινη τσάντα στο άλλο χέρι.
Τον πρόφτασα. Τον άγγιξα στον ώμο. Ξαφνιάστηκε. Γύρισε. Τα μάτια του ακτινοβολούσαν περιέργεια μα και θαυμασμό. Του ζήτησα να τον φωτογραφίσω για να τον βάλω στις σελίδες μου. Άρχισε να γελάει πρόσχαρα. Το γέλιο του σαν μελωδία ακουγόταν, και ας μην ήταν και το πιο μελωδικό. Του το ξαναζήτησα μιας και δεν πήρα απάντηση. Σταμάτησε ξαφνικά να γελά. Σκέφτηκα πως δεν καταλάβαινε. Πως δεν έβλεπε αυτό που βλέπω εγώ. Δεν έβλεπε την ομορφιά που είχε. Το πρόσωπό του αντανακλούσε στο τζάμι ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου εκεί κοντά. Του έκανα νόημα να δει. Δεν καταλάβαινε, και ας κοιτούσε την προβολή του εαυτού του. Δεν καταλάβαινε ούτε το φως που ακτινοβολούσε σε έναν τόσο σκοτεινό κόσμο που ζούσαμε και οι δυο.
Το βλέμμα του όλο απορία. Του ξαναζήτησα το είδωλό του μια ακόμη φορά. Χάιδεψε τα μαύρα μου μαλλιά.
“Εγώ δεν είμαι μοντέλο.” μου είπε. “Είμαι φωτογράφος. Και πάντα έψαχνα μια μορφή σαν τη δική σου.”
Πέρασαν πολλά πολλά χρόνια από τότε. Η εφημερίδα μου έχουν ακόμη μονάχα τη μορφή μου. Τουλάχιστον όμως στη θέση του φωτογράφου πλέον γράφει μόνο το δικό του όνομα.
Πέρασαν ακόμη περισσότερα χρόνια. Τώρα δεν υπάρχει εφημερίδα. Δεν υπάρχουν μορφές. Δεν υπάρχουν πολυσύχναστες λεωφόροι. Υπάρχει μονάχα ένα σπίτι κάπου χαμένο σε ένα δάσος. Στο τζάκι του καίγεται μια παλιά φωτογραφική και πολλές κιτρινισμένες σελίδες.
Δεν χρειάζονται πλέον εικόνες στο χαρτί. Είναι τόσο μεγάλο αυτό που πλέον υπάρχει, που δεν χωρά να αποτυπωθεί στο χαρτί.


* Τη λένε Χριστίνα Καλογεροπούλου και γεννήθηκε ένα ανοιξιάτικο πρωινό του Μαΐου. Ζει τη ζωή της όσο πιο έντονα μπορεί. Εμπνέεται και ερωτεύεται τους ανθρώπους και γράφει, δίχως να ξέρει γιατί. Απλώς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Έμπνευσή της οι άνθρωποι. Η πένα της είναι εκείνη, μα εκείνη δεν είναι η πένα της. Φετίχ της η λογοτεχνία, η ελευθερία και το κόκκινο κρασί. Περιδιαβάζει τα σοκάκια της Αθήνας και λατρεύει τη νύχτα. Δεν θέλει να την αγαπάνε πολύ, θέλει απλώς να την αγαπάνε. Μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ: http://christinakal.wordpress.com


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...