Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Διήγημα : Το κτήνος

του Δημήτρη Μποσκαΐνου *
Αθήνα
Μεσημέρι του 80
Σ ένα υπόγειο παρκινγκ κάπου στο κέντρο
Έκλαιγε και μούγκριζε με το στόμα κλειστό κάτω από την χούφτα του, που’ χε ασπρίσει από την πίεση. Ο χρόνος είχε σταματήσει και η υπερέκκριση αδρεναλίνης, ο τρόμος και ο πανικός της έκλεβαν ύπουλα κάθε δυνατότητα κίνησης κι αντίδρασης. Παρακαλούσε να λιποθυμήσει σπαρταρώντας κάτω από το βάρος του, μέχρι που της έσκισε με βία το κιλοτάκι.
Τότε παρακαλούσε να πεθάνει.
Τα σάλια του έτρεχαν πάνω στο μέτωπό της και τη δάγκωνε σα ζώο, όπου έβρισκε ελεύθερη, λευκή σάρκα. Πάσχιζε να φωνάξει. Προσπαθούσε.
Για λίγο ακόμα.
Ένοιωσε τα δάχτυλα του ελεύθερου χεριού του να πασπατεύουν το μουνί της άγρια.
Πονούσε.
Έφερε το χέρι κοντά στο στόμα του κι έφτυσε.
Το σκούπισε στα κάτω χείλη της όπως – όπως και με μια άγρια κίνηση έσπρωξε μπροστά και μπήκε βαθιά μέσα της. Νόμιζε ότι τη σούβλιζαν με πυρακτωμένο σίδερο..ο πόνος αβάσταχτος… ένιωσε ξαφνικά πολύ υγρή… αίμα.
Τα έχανε.
Θεέ μου σ ευχαριστώ’ σκέφτηκε και το σκοτάδι την αγκάλιασε παρήγορα στην αβέβαιη ζέστη του.
Λιποθύμησε.
Συνέχισε να την πηδάει άγρια μέχρι που τέλειωσε πάνω της .
Βαριανάσαινε και τα σάλια του συνέχιζαν την πρόστυχη ροή τους στο πρόσωπο της .
Δεν ήξερε καν αν ζούσε, δεν το σκέφτηκε λεπτό. Σηκώθηκε κι έφτιασε τα παντελόνια του. Κοίταξε αριστερά και δεξιά σαρώνοντας το χώρο του υπόγειου παρκινγκ κι είδε ότι ήταν μόνοι τους.
Άρχισε να απομακρύνεται με αργά βήματα, μετά πιο γρήγορα, ώσπου βγήκε στο ισόγειο τρέχοντας.
Έφυγε.
Πήγε κατευθείαν στο σπίτι. Έφαγε λαίμαργα ότι βρήκε στο ψυγείο κι άπλυτος όπως ήταν την έπεσε για ύπνο.
……………………………………………………………………………………………………
Πάτρα
Δεκαετία του 60
Σ΄ ένα χωριό λίγο έξω από την πόλη.
Κωλόπαιδο δε γεννιέται κανείς.
Ένας μέθυσος πατέρας (ούτε μέθυσος γεννιέσαι αλλά ο Γιάννης έτσι το θυμόταν το γέρο του),  που ξυλοφόρτωνε κάθε τρεις και λίγο τη κακομοίρα τη μάνα του στολίζοντας τη με κάθε λογής βρομόλογα ήταν υπεραρκετά να τον κάψουν από μικρό.Να τον κλείσουν σ ένα μαύρο και ζοφερό κόσμο δίχως επαφή κι επικοινωνία με φυσιολογικούς ανθρώπους.
Επαρχία, Χούντα, οι ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές άγνωστες έννοιες για τον Έλληνα αγρότη, κι αν ήσουν τυχερός κι έπεφτες σε κάνα μορφωμένο γιατρό στο αγροτικό του και σου συνταγογραφούσε κατά τύχη κάνα ηρεμιστικό, να μπορείς να το παλέψεις μόνος, ε ρε και να το μάθαινε κανένας παρά έξω
η στάμπα του τρελού, το κουσούρι για άλλους, δεδομένα… και η ρετσινιά μόνιμη.
Η εσωστρέφεια και η έλλειψη επικοινωνίας τον έκαναν αρχικά ντροπαλό με τα κορίτσια στο σχολείο, όσο άντεχε και πήγαινε.Μονίμως απεριποίητος, αν και με όμορφα χαρακτηριστικά είχε καμπουριάσει από το βάρος του σταυρού που κουβαλούσε, αυτόν του γιου του μεθύστακα.
Εφηβεία μετά και οι ορμές του τον τύφλωναν, τσιγάρα στα μουλωχτά, τον τρέλαιναν οι περιγραφές των φίλων του από τις πρώτες τους περιπτύξεις.
Η μάνα του τον χαρτζιλίκωνε κρυφά, κρύβοντας λεφτά όπου και όποτε μπορούσε. Μια φορά ο γέρος του της τα βρήκε και την έστειλε στο νοσοκομείο απ τις κλωτσιές . Διέδωσαν ότι έπεσε από τις σκάλες.
Όταν πια δεν έβλεπε μπροστά του από τις καύλες τ αποφάσισε και πήγε μ ένα φίλο από το σχολείο στην παστρικά της γειτονιάς.Να μάθει κι αυτός. Να γίνει άντρας πια.
Η πουτάνα, τον περιγέλασε, τον κορόιδεψε που από το άγχος της πρώτης φοράς δεν είχε στύση. ‘ Τι έχεις μορφονιέ; που είναι το πουλάκι σου; Το’ φαγε η γάτα;’ Κι άρχισε να γελάει σαν υστερική μ ένα γέλιο που τον πλήγωσε βαθιά. Έφυγε τρέχοντας απ το μπουρδέλο. Έφυγε γενικώς.
Συνέχισε να ζει, απλά να υπάρχει και μέσα του φούντωνε το μίσος, για το γέρο του, τους ανθρώπους, μα πιο πολύ για τις γυναίκες.
Η μάνα του κλεισμένη κι αυτή στον κόσμο της αγράμματη και μόνη δεν ήξερε να το χειριστεί.
Ήταν πολύ για κείνη.
Σα λαβωμένο ζώο που γλύφει τις πληγές του, απλά υπήρχε σα βουβή σκιά στην κουζίνα στη φασίνα και στο κρεβάτι, κάθε που ερχόταν ο μεθύστακας τούμπανο απ το πιοτό κι ήθελε και γλύκες.
Την έδερνε μέχρι που λιγοθύμαγε και μετά την έσερνε στην κρεβατοκάμαρα όπου την πηδούσε σα σκύλα.
Τους άκουγε κι έκλαιγε στην αρχή, με τον καιρό το συνήθισε κι απορούσε που η μάνα του δεν παραπονιόταν πια. Ίσως τα θελε κι αυτή σκέφτηκε κάποτε και στο αρρωστημένο του πια μυαλό, φάνηκε λογικό.
Δε γαμιέται όλες πουτάνες είναι.
Έτσι μεγάλωσε μες στα σκατά ο Γιάννης κι ήρθε παρθένος , χρόνια μετά, στην Αθήνα.
Παρθένος από αγάπη στοργή και κατανόηση, από αληθινή φιλία και όμορφα αισθήματα.
Ένας μπάρμπας του, ξάδερφος της μάνας του, του’ δωσε στέγη για κάποιο διάστημα και μπήκε παραγιός σ ένα μπακάλικο.
Ο μπάρμπας του, καλό κουμάσι κι αυτός, κάνα δυο φορές προσπάθησε να του την πέσει, τον χάιδευε την ώρα που κοιμόταν κι αυτός ξύπναγε και περίμενε. Του έρχονταν να τον σκοτώσει με τα χέρια του τον πουστόγερο αλλά βαστιότανε. Όταν ο μαλάκας το παρατράβαγε κι έβαζε το κουλό του κάτω από τα εσώρουχα, σηκωνόταν με φόρα, ίσα να τον τινάξει από πάνω του κι έφευγε από το σπίτι.
Στο μπακάλικο, τα αφεντικό πηδούσε τη βοηθό σε μια αποθήκη μες στο μαγαζί. Επαρχιοτοπούλα κι αυτή, φοβόταν μη μείνει στο δρόμο κι έπαψε ν αντιδρά. Ο Γιάννης δεν το ξερε και τη μίσησε κι αυτή.. ‘τα θέλει ο κώλος της, της πουτανίτσας’ μονολογούσε και ζήλευε κατά βάθος τα αφεντικό που με τα φράγκα του είχε ότι ήθελε, ο γεροξεφτίλας. Έτσι τον έλεγε.
Η μικρή τον γλυκοκοίταγε αλλά αυτός δεν ήθελε πουτάνες και μέσα του, -τό’παμε-, όλες ίδιες ήτανε.
Κάνα δυο φορές φαγωμένος και έχοντας πιει κρυφά κι ένα μπουκαλάκι κρασί σκέφτηκε να τη βουτήξει από τα μαλλιά και να τη πηδήξει. ‘Θα ξεκάβλωνε μια και καλή και θα το τιμωρούσε κιόλας το πουτανάκι’.
Σκεφτόταν όμως το ψωμί που θα χανε αν το μάθαινε ο μπακάλης και κρατιότανε.
Ο καιρός κυλούσε πότε έτσι , πότε αλλιώς…η αρρώστια, αρρώστια όμως… θέριεψε μέσα του.
Κάποιο πρωί μπήκε στο μαγαζί μια αληθινή Κυρία. Νέα κοπέλα,ψηλή με υπέροχο κορμί, περιποιημένη, βαμμένη και με ντύσιμο που αναδείκνυε τις όμορφες καμπύλες της και την διόλου ευκαταφρόνητη οικονομική της κατάσταση.
‘Καλώς τη δικηγόρο μας‘ είπε όλο γλύκα ο μπακάλης.
Του Γιάννη του σηκώθηκε μόνο που του μίλησε μ εκείνη τη βαριά και γλυκιά συνάμα φωνή της, ενώ το άρωμά της όταν τον πλησίασε, έκανε το αίμα να βαρά σα ταμπούρλο στα μηνίγγια του.
Έχεις μακαρόνια μικρέ; από τα χοντρά θέλω για παστίτσιο’
Τη χάζευε σα χάνος μ ανοιχτό το στόμα και μάτια γουρλωμένα έτοιμα να βγουν έξω..
Η δικηγόρος το κατάλαβε και ίσως γοητεύτηκε και λίγο από μέσα της , χαμογέλασε και τον ξαναρώτησε…
Μικρέ….;’
Να σου πω’ , (τον πλησίασε κι άλλο). ‘Θέλω χοντρά μακαρόνια για παστίτσιο. Θα ψωνίσω κι άλλα πράγματα, μήπως μπορείς να με βοηθήσεις στο κουβάλημα μετά; Εδώ παραδίπλα θα τα πάω, έχω τ’ αμάξι μου στο πάρκινγκ στο υπόγειο του Δικηγορικού Συλλόγου… θα σου δώσω και κάτι για τον κόπο σου, ε; τι λες; θα με βοηθήσεις;
Δεν κατάλαβε αν τρεμόπαιξαν τα βλέφαρά της ή του ‘ κλεισε το μάτι. Είχε ανάψει όπως ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.
Φυσικά, μαμμμάλιστα,,ββββεβαίως’
Περπάτησαν μαζί μέχρι το πάρκινγκ.
Κατέβηκαν στο υπόγειο.
Έφτασαν στο αυτοκίνητο κι αυτός …αλλού. Αν τόνε ρωτούσες να σου πει που βρίσκεται..δεν ήξερε. Από τη στιγμή που άφησαν το μπακάλικο έφτιαχνε ιστορίες με το νου του. Πως η Κυρία θα του την έπεφτε κανονικά, ότι θα τον πηδούσε μέσα στο αμάξι της και θα της έσκιζε τα δαντελωτά μαύρα εσώρουχα, ή …καλύτερα στο πάτωμα? Ναι, ναι στο βρώμικο πάτωμα στο πάρκινγκ με τον κίνδυνο να τους δουν. Καύλα σκέτη.
Δε συνέβη τίποτα απ όσα φαντάστηκε.
Έφτασαν στ ‘αμάξι της κι εκείνη έκανε ν ‘ανοίξει την πόρτα.
Ήθελε τόσο να την αγγίξει. Να την ξεσκίσει ήθελε δηλαδή, αρκεί να του’ δινε το πράσινο φως. ’Αφού τα ήθελε κι αυτή όπως όλες…’
Πήγε να βάλει τα κλειδιά στην κλειδαριά και την έπεσαν.
Έσκυψαν και οι δύο ταυτόχρονα και τα πρόσωπά τους ήρθαν πολύ κοντά.
Ανέπνευσε λίγα εκατοστά από κείνον και το μεθυστικό της άρωμα λίγο έλειψε να του φέρει λιγοθυμιά.
Όλος του ο οργανισμός σε πλήρη εγρήγορση, τα πάντα σε συναγερμό.
Είσαι γλύκας’ του ψιθύρισε… Αυτό ήταν το λάθος της.
Το Πράσινο φως που περίμενε.
‘Νάτο’,  ’τα ήθελε τελικά’, ‘έτσι είναι πάντα’ σκέφτηκε και την άρπαξε από τη μέση με βία.
Το χαμόγελό της μετατράπηκε σε απορία και αμέσως μετά ενώ το σφίξιμο του άρχισε να την πονά πια, σε φόβο.
Τι κάνεις’… ‘Άφησέ με’ ….’με πονάς’ φώναξε, ενώ εκείνος  συνέχισε να την πιέζει και να κοιτά λαίμαργα το αβυσσαλέο ντεκολτέ της.
Ο τρόμος της, την έκανε να μη μπορεί να ουρλιάξει με ένταση ‘βοήθεια’ παρά να το ψιθυρίζει καθώς της ξέσκιζε το πουκάμισο και το σουτιέν πετάγοντας έξω τα στήθη της που… τόσο όμορφα, γεμάτα και σφριγηλά δεν είχε ξαναδεί. Οι ρόγες της ήταν σα μαύρα κουμπιά και τον καλούσαν να τις ….ρουφήξει να τις.. ματώσει…
‘Τι κάνεις’… ‘Άφησέ με’ ‘βοήθεια’ ….’με πονάς’ ‘βοήθεια’…… κοίταξε προς τα πάνω και είδε το πρόσωπο της….. Μάνας του , και η φωνή άλλαξε , ήταν η φωνή εκείνης.
Ζαλίστηκε.
Κάτι γρύλισε και συνέχισε να την γδύνει και να την πονά.
Ξανακοίταξε πάνω..ήταν …’δε μπορεί’… ήταν η πουτάνα που τον προσέβαλλε τότε στο χωριό…τον κοίταγε κατάματα χαμογελούσε και του’ λεγε……
‘τι έγινε μικρέ ; στο φαγε το πουλάκι η γάτα;’”χαχαχαχαχαχαχαχα’…το σατανικό της γέλιο τον ξεκούφανε.
Τη χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο κι η μούρη της γέμισε αίματα.
‘Βούλωστο’
Την κοίταξε ξανά και είχε ….το πρόσωπο της Ανθής, της μικρής χωριατοπούλας από το μπακάλικο.
Τίναξε οργισμένος τον ιδρώτα απ το μαλλί του στο πλάι.
’Πουτάνα’ ψέλλισε και την έριξε μ ένα δεύτερο και πιο δυνατό χτύπημα κατά γης.
…………………………………………………………………………………………………..
Τρεις μέρες μετά
Η κεφάλα του βούιζε από τις σφαλιάρες στην ανάκριση.
Τα πε όλα χαρτί και καλαμάρι. Ήταν βιαστής και τον περίμεναν τα κάγκελα και η στενή.
Μια ζωή στα σκατά και τώρα ο υπόνομος τον έβγαλε στη θάλασσα με τα άλλα βοθρολύμματα . Μια θάλασσα που απλωνόταν μαύρη δυσώδης κι άγνωστη μπροστά του. Μια θάλασσα τρομαχτική.
Στη δίκη δεν ήρθε κανένας δικός του. Ούτε η μάνα του ούτε η πουστάρα ο μπάρμπας του. Έφαγε δέκα χρονάκια.
Θα γίνεις άνθρωπος εκεί μέσα ρε’ φώναξαν κάποιοι μόλις ο Πρόεδρος ανακοίνωσε την ετυμηγορία.
Δεν τον  νοιάστηκε κανείς.
Κανείς δεν ξαναμίλησε γι αυτόν.
Κάτι φυλλάδες μόνο, του χαρίσανε μια δυο αράδες και μια φωτογραφία από την προσαγωγή του, στο δρόμο δικαστήριο-φυλακή . Από πάνω ο τίτλος μικρός, λιτός και σαφής με μαύρα έντονα γράμματα.
 ”το κτήνος”

* Ο Δημήτρης Μποσκαΐνος ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα,είναι 41 ετών, παντρεμένος με τη Μαρία Ντίνα κι έχουν μια κόρη, την Ιωάννα. Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς με το δικό του προσωπικό ύφος που είναι συνήθως κινηματογραφικό... Το γράψιμο είναι για εκείνον αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να ...αντέχει το σήμερα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μικρά διηγήματα και ποίηση σε e-magazines όπως microstory.grbibliotheque.gr, Ιδεόστατο και άλλα. Διατηρεί το blog  paraxenesistories.wordpress.gr από όπου μπορεί  κανείς να λάβει ένα δείγμα της δουλειάς του.


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...