Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Διήγημα : Η μαστογραφία


της Ελένης Κοφτερού *

Το ραντεβού είχε κλειστεί από μέρες, αλλά όπως γίνεται σχεδόν πάντα, όλα τα ραντεβού είχαν πάει πίσω. Η αναμονή δεν ήταν πολύ μεγάλη αν λάβουμε υπόψη τον κόσμο που υπήρχε  στην αίθουσα κρατώντας   φακέλους με προηγούμενες εξετάσεις και  ασφαλιστικά βιβλιάρια φυλακισμένα στα χέρια, μη τυχόν βγάλουν φτερά και πετάξουν.
Άρχισε να  παρατηρεί   τους γύρω της και διαπίστωσε  ότι το κοινό χαρακτηριστικό τους δεν ήταν η αγωνία στο βλέμμα,  όπως θα περίμενε κανείς,  παρά μια κραυγαλέα  ανυπομονησία… Ήθελαν να τελειώνουν με την εξέταση, με τα νερά που έπρεπε να πιουν, με τα φάρμακα  που έπρεπε να κυλήσουν  στις φλέβες τους,  πριν χωθούν ανυπεράσπιστοι σχεδόν γυμνοί,  στο φούρνο της αξονικής ή στην αδηφάγα ακτινοβολία του ακτινολογικού μηχανήματος…
Έμοιαζαν να μην ανησυχούν τόσο για το αποτέλεσμα της εξέτασης, όσο για τη διαδικασία της.  Έπιανε  στον αέρα της ευρύχωρης αίθουσας αναμονής - ή ήταν μόνο η ιδέα της; -  μια δυσάρεστη οσμή   εξοικείωσης με την αρρώστια και το θάνατο,   όσο οι ελαφρά  βαμμένες και αυστηρά ντυμένες με μπλέ κοστούμι και λευκές βαμβακερές  μπλούζες  κοπέλες της υποδοχής,  απαντούσαν στα ασταμάτητα τηλεφωνήματα και σημείωναν ηλεκτρονικά τα  ραντεβού.
Κοίταζε το ρολόι, εκνευρισμένη με τον εαυτό της που δεν είχε σκεφτεί να πάρει μαζί της ένα βιβλίο,  όταν αντιλήφθηκε  μια παράξενη  κινητικότητα από τις κοπέλες με τα μπλε σακάκια,  κάτι  αχνά ψιθυρίσματα  και βλέμματα οίκτου που κατευθύνονταν προς μια νεαρή μελαμψή γυναίκα. Καθόταν μόνη, διαγωνίως απέναντί της,  σε έναν απ’ τους καναπέδες της αίθουσας. Φορούσε μακριά χρωματιστή φούστα, μεγάλα χρυσά σκουλαρίκια κρέμονταν από τα μικρά καλοσχηματισμένα αυτιά της  κι είχε σταυρώσει τα χέρια της σφιχτά πάνω από ένα  παράταιρα φαρδύ μπουφάν.  Τα μάτια της  καρφωμένα στα καλοκαιρινά  της   παπούτσια φορεμένα πάνω από  μάλλινες  κάλτσες, διαλαλούσαν με την πολυδιαφημισμένη γλώσσα του σώματος ότι η κοπέλα ένιωθε έξω  απ’ τα νερά της.
Ωστόσο,  φαινόταν συνηθισμένη να μην κάθεται κανείς δίπλα της σε παρόμοιους  χώρους κι έτσι η πανέμορφη τσιγγανοπούλα, έδειχνε ν’ απολαμβάνει   την απλωσιά του άδειου δερμάτινου καταθλιπτικού καναπέ.
Σε λίγο φώναξαν το όνομά της,  ενημερώνοντάς την   ότι θέλει να της μιλήσει ο γιατρός. Η κοπέλα σηκώθηκε νωχελικά και ακολούθησε   με ντροπαλά, μικρά βήματα...Σε δέκα λεπτά  ξαναβγήκε.  Ένα  πολύχρωμο γυαλιστερό  μαντίλι,  προηγουμένως  δεμένο στο λαιμό της,  έκρυβε το κεφάλι και σχεδόν το μισό της πρόσωπο…. Είχε φτιάξει  μ’ αυτό μια ελαφριά,  πρόχειρη μπούργκα για να σκεπάσει τους λυγμούς της.
…………………………………………………………………………………………………
Κατά  τη διάρκεια της εξέτασης  ήταν αναστατωμένη, χωρίς αυτό να την εμποδίζει καθόλου να εκτελεί  με ευλάβεια τις οδηγίες που της έδινε η χειρίστρια του μηχανήματος.
«Κρατήστε μπροστά το σώμα σας και απομακρύνετε με το αριστερό σας χέρι, το αριστερό στήθος… Σταθείτε ακίνητη…» Το ίδιο επαναλήφθηκε και για το δεξί στήθος.
Κρατούσε με τρυφερότητα το στήθος που έπρεπε να απομακρύνει και η σκέψη ότι μπορεί να είναι η τελευταία φορά που ένα απ’ τα στήθια  έχει ολόκληρη, την έστω και κάπως χαλαρή στρογγυλάδα του, έκανε την οδυνηρή διαδρομή της απ’ τον εγκέφαλο στο στομάχι της κι  έπειτα  πιτσιλούσε με μικρές κοκκινίλες το πρόσωπό της… ίδιες μ’  αυτές  που της κάνανε επίθεση από μικρή κάθε φορά που ντρεπόταν ή φοβόταν ...είχε τρομάξει να τις ξεφορτωθεί με τα χρόνια.
Η δεύτερη αναμονή στο σαλόνι υποδοχής της φαινόταν ήδη αιώνας  όταν ξανάκουσε τ’ όνομά της: «Σας θέλει ο γιατρός και για ένα υπερηχογράφημα»
Ξαπλωμένη στον υπέρηχο, δεν τόλμησε  να αρθρώσει λέξη, όταν ο γιατρός την ενημέρωσε: «Βλέπω κάτι στο αριστερό σας στήθος, κατά πάσα πιθανότητα είναι κάποιος αδένας, αλλά θέλω να σιγουρευτώ»
Σιωπηλή , παρακολουθούσε το βρεγμένο με το ειδικό ζελέ εργαλείο, να οργώνει το μικρό της στήθος ως την κοιλότητα της μασχάλης , αδυνατώντας να καταλάβει κάτι από το ύφος του γιατρού ή  απ’  την ασπρόμαυρη οθόνη του μόνιτορ… Έβλεπε σε  σκιά το περίγραμμα  του  στήθους  που έκλεινε μέσα του τα ρυάκια  των αδένων,  σαν εκτεθειμένα μικρά ζωάκια που  πιάστηκαν  στην παγίδα χωρίς να κάνουν  καμιά προσπάθεια για να ξεφύγουν…
«Μπορείτε να ντυθείτε» της είπε ο γιατρός  και μόνο τότε κατάφερε να τον ρωτήσει με τρεμουλιαστή φωνή: « Είδατε κάτι ανησυχητικό;»
«Όχι,  ευτυχώς! Είστε απολύτως εντάξει!» της απάντησε με κουρασμένο ύφος
Πλήρωσε τη συμμετοχή της κι έφυγε βιαστικά απ’ το διαγνωστικό κέντρο…
Οι κοκκινίλες ήταν εκεί. Τις είδε στον καθρέφτη ενός φαρμακείου, φώτιζαν την αμηχανία για την πλήρη ανακούφιση, που αντικατέστησε τόσο γρήγορα  τη λύπη της για την τσιγγανοπούλα…
Σήμερα ήταν εκείνης η σειρά …

* Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα.


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...