Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Διήγημα : Ισοσκελές τρίγωνο


του Λευτέρη Ασπρόπουλου *


Δεν είχαν συναντήσει ούτε ένα αυτοκίνητο τα τελευταία λεπτά. Ήταν απορίας άξιο. Πώς ήταν δυνατό αυτή η όαση που ξεπρόβαλε λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την τσιμεντένια έρημο της μεγαλούπολης να έχει πάντοτε τόσο λίγη κίνηση; Εκτός βέβαια από εκείνες τις καταραμένες ηλιόλουστες αργίες όταν οι ορδές των ηττημένων από τη ρουτίνα μεσοελλήνων ρήμαζαν με την μονοδιάστατη παρουσία τους κάθε γωνία της υπαίθρου.
"Ερημιά και ηρεμία," σκέφτηκε ο Στράτος κι έβγαλε το χέρι του από το παράθυρο λες και προσπαθούσε να γραπώσει όσο περισσότερη ομορφιά μπορούσε με τη χούφτα του.
"Ερημιά και ηρεμία!" Αυτή τη φορά σκέφτηκε φωναχτά κι η Άννα τον κοίταξε απορημένη αφήνοντας ημιτελή τη ρουφηξιά του στριφτού της τσιγάρου.
"Αλλάζοντας απλά θέση στο έψιλον και στο ήτα, η κόλαση του ενός γίνεται ο παράδεισος κάποιου άλλου!" εξήγησε ο Στράτος ενώ φανταζόταν κάπως αποκαρδιωμένος πόσο υπέροχο θα ήταν να μπορούσαν οι άλλοι να διαβάζουν τις σκέψεις του έτσι ώστε να μη χρειάζεται πια να δίνει εξηγήσεις... ή ψεύτικες δικαιολογίες.
Μετά από μια κλειστή στροφή, άφησε το τιμόνι κι άλλαξε ταχύτητα με το δεξί του χέρι ενώ το άλλο εξακολουθούσε να ανεμίζει σα σημαία από τον ουρανό του αυτοκινήτου. Εντελώς αναπάντεχα του ήρθε στο μυαλό μια βραδιά του περασμένου Μαρτίου όταν είχε δειπνήσει με τη σύζυγό του σε ένα φιλικό τους ζευγάρι. Ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις που κάνεις κάτι περισσότερο από κοινωνική υποχρέωση κι όχι επειδή γνωρίζεις ότι θα περάσεις ευχάριστα.
Άλλη μια κλειστή στροφή· έπειτα μία ακόμα· εκείνη η επίσκεψη δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό του. Μετά και την τελευταία στροφή φανερώθηκε μπροστά τους ένας καταπράσινος λοφίσκος στην κορυφή του οποίου δέσποζαν τρεις πολυτελείς κατοικίες. Μόνο όταν ο Στράτος είδε τη μονοκατοικία όπου είχαν τότε δειπνήσει, άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι του ειρμού των σκέψεων που τον είχαν οδηγήσει πίσω σ' εκείνη την ανοιξιάτικη βραδιά.
Το μεγαλύτερο μέρος του δείπνου το είχαν περάσει συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Δεν είχαν πολλά κοινά ενδιαφέροντα κι έτσι για να αποφύγουν σιωπηλά κενά αμηχανίας πηδούσαν από το ένα θέμα στο άλλο. Το σύνθημα για την αλλαγή θέματος το έδινε το ταυτόχρονο χαμόγελο τεσσάρων βουβών ανθρώπων. Έτσι όταν μετά από μια σύντομη ποδοσφαιρική παρένθεση το σύνθημα των τεσσάρων χαμόγελων ξαναφάνηκε, η κουβέντα επικεντρώθηκε στο καινούριο πολυτελές σπίτι των φίλων τους και τη γύρω περιοχή.
"Είναι λες και μένετε σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι εδώ... και είστε μόλις λίγα λεπτά μακριά από την πόλη... τη λατρεύω αυτήν την περιοχή... έχετε και το δασάκι απέναντι... φαντάζομαι θα πηγαίνετε συχνά εκεί για να γεμίζετε μπαταρίες..." είχε αναφέρει μεταξύ άλλων κοινοτοπιών ο Στράτος.
Απροειδοποίητα ο οικοδεσπότης τους σηκώθηκε και με ένα ύφος ανείπωτης περηφάνιας κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα την οποία και άνοιξε διάπλατα.
"Γιατί να τρέχω ως εκεί όταν μπορώ να το απολαύσω από την μπαλκονάρα μου," δήλωσε αυτοκρατορικά κι άπλωσε τα δυο του χέρια στο νυχτερινό ορίζοντα αποκαλύπτοντας τη μαγευτική θέα της περιοχής που διέσχιζαν τώρα ο Στράτος και η Άννα.
"Βρε Αντώνη μου," του είχε τότε αυθόρμητα ξεφύγει, "καλή η θέα δεν αντιλέω. Αλλά είναι σα να έχεις μια πανέμορφη κουκλάρα ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρά σου κι εσύ να κάθεσαι να την αγναντεύεις από το σαλόνι."
Κατάλαβε τη χοντράδα του όταν ήταν ήδη αργά. Τα μάτια της συζύγου του ξέσκιζαν σαν κοφτερές λεπίδες το απογυμνωμένο του κορμί. Ήταν σα να του έλεγε: 'Ξεδιάντροπε, όχι ότι δεν το είχα καταλάβει, αλλά τώρα πια το παραδέχεσαι δημόσια, ακόμα και μπροστά στα μούτρα μου!' Από εκείνο το βράδυ - παρόλο που δεν ειπώθηκε το παραμικρό μεταξύ τους - τίποτα δε θα ήταν πια το ίδιο.
Έπαιξε ξανά και ξανά το σκηνικό στο μυαλό του. Εκείνη ήταν η αποφράδα μέρα που είχε αποτελέσει την αρχή του τέλους της 'ευδαιμονίας' του. Η 'ευδαιμονία' στο λεξιλόγιο του Στράτου αποτελούσε το αντίθετο της λέξης 'ρουτίνα'. Και τη ρουτίνα τη σιχαινόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Πόσο ειρωνικό του φαινόταν τώρα που ο επίλογος θα γραφόταν στο ίδιο εκείνο δασάκι που είχε γίνει η αφορμή να ξεσκεπαστεί το ισοσκελές τρίγωνο της ερωτικής του ζωής. Αν είχε κάνει νωρίτερα τη σύνδεση αυτή στο μυαλό του σίγουρα θα είχε επιλέξει κάποιο άλλο μέρος για την περίσταση.
"Γιατί της το είπες;" ρώτησε η Άννα επαναφέροντάς τον στο παρόν. Άρχισε να τον χαιδεύει απαλά στο λαιμό κοιτάζοντάς τον με ένα ερωτιάρικο αλλά παραπονεμένο βλέμμα.
"Γιατί έπρεπε," απάντησε εκείνος κοφτά.
"Έπρεπε; Έτσι απλά, ε;"
Ο Στράτος της χαμογέλασε με κόπο κι αυτή τη φορά μίλησε πιο γλυκά, σχεδόν απολογητικά.
"Το είχε καταλάβει Άννα. Η γυναίκα μου δεν είναι χαζή. Το ήξερε εδώ και πολλούς μήνες, απλά δεν έλεγε τίποτα. Και δε θα μου το έλεγε ποτέ είμαι σίγουρος γι' αυτό... τουλάχιστον όχι με λόγια. Θα έπνιγε τη ζήλια της, το μίσος της ή δεν ξέρω και γω τι άλλο και θα με βασάνιζε μέχρι να υποταχθώ."
"Να υποταχθείς σε ποιον; Σε εκείνη;"
"Όχι! Όχι σε εκείνη! Στον ίδιο μου τον εαυτό· στις τύψεις μου· στη συνείδησή μου. Η Μαρία ξέρει όλα μου τα κουμπιά και θα το έκανε να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Για να γλιτώσω από αυτό το αργό βασανιστήριο λοιπόν, αποφάσισα να της το πω εγώ ο ίδιος."
Η Άννα δεν τον είχε ξανακούσει να μιλάει έτσι και πραγματικά απογοητεύτηκε. Ανακάλυπτε τη μαλθακή πλευρά ενός άντρα που μέχρι τότε θεωρούσε ανυπότακτο. Να λοιπόν, που κι εκείνος μπορούσε να υποταχτεί και μάλιστα στην ίδια του τη συνείδηση!
"Τι υποκριτής θεέ μου!" σκέφτηκε. "Κοντεύουν δυο χρόνια τώρα που απατά τη γυναίκα του και ξάφνου τον έπιασε ο πόνος. Ανακάλυψε τη συνείδησή του!"
Τράβηξε απότομα το χέρι της από πάνω του και γύρισε προσποιούμενη ότι απολαμβάνει το πρασινωπό φόντο του τοπίου.
Πέρασαν μέσα από ένα φυσικό τούνελ με πεύκα. Η φύση τριγύρω οργίαζε. Οι τελευταίες ηλιαχτίδες της μέρας έριχναν μια αλλόκοτη πινελιά στον όμορφο καμβά. Ο Στράτος δεν μπορούσε να αποφασίσει αν αυτή η πινελιά προσέδιδε ρομαντισμό ή μελαγχολία στην όλη ζωγραφιά. Κοίταξε με τις άκρες των ματιών του την Άννα που έστεκε ακόμα ακίνητη με μια παγερή έκφραση κολλημένη στο κατά τα άλλα γλυκό πρόσωπό της.
Την αγαπούσε πραγματικά και γνώριζε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να τη βγάλει από τη ζωή του. Μα αγαπούσε εξίσου τη γυναίκα και το παιδί του κι όφειλε να θυσιάσει την 'ευδαιμονία' για να σώσει την οικογένειά του. Η σύζυγός του ήταν ως συνήθως λογική και ξεκάθαρη: "Ότι κι αν αποφασίσεις, εγώ δε θα σου σταθώ εμπόδιο," του είχε ψύχραιμα δηλώσει. "Όμως πρέπει να αποφασίσεις. Ή εκείνη ή εγώ. Κάνε ότι νομίζεις καλύτερο για όλους μας."
Τις τελευταίες μέρες είχε παλέψει σκληρά με τον εαυτό του για να βρει μια συμβιβαστική λύση, μα κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Είχε πάρει ένα κομμάτι χαρτί και προσπάθησε να συνοψίσει την κατάσταση των τελευταίων ετών. Σχημάτισε μια ευθεία γραμμή κι από κάτω έγραψε 'Στράτος'. Έπειτα από τα άκρα της γραμμής σχημάτισε δύο ακόμα ευθείες και τις έκλεισε σε σχήμα τριγώνου. Σε εκείνες τις γραμμές έγραψε 'Μαρία' και 'Άννα' αντίστοιχα. Προσπάθησε να κάνει κάποια από τις δύο γραμμές μεγαλύτερη, μα δεν τα κατάφερε. Ήταν και οι δύο ίσες. Αντιπροσώπευαν η καθεμιά τους χωριστά τα πιο πολύτιμα στοιχεία δύο κόσμων εντελώς διαφορετικών. Δύο παράλληλων κόσμων στους οποίους ο Στράτος τα τελευταία δυο χρόνια ακροβατούσε με απόλυτη ισορροπία έχοντας ως αντίβαρο από τη μία πλευρά την αγάπη της συζύγου του κι από την άλλη πλευρά το πάθος της ερωμένης του.
"Κι από δω και πέρα... τι γίνεται;" ρώτησε η Άννα με τρεμουλιαστή φωνή και τα μάτια ακόμα στυλωμένα ευθεία στο άπειρο.
Ο Στράτος προσπάθησε να ψελλίσει κάποια λέξη μα τελικά το μετάνιωσε κι απλά ξεφύσηξε.
Η Άννα που επιτέλους κουνήθηκε, στήριξε το πρόσωπο στον ώμο της και δάκρυσε. Τα δάκριά της έσβηναν στάλα στάλα τη μία πλευρά του ισοσκελούς τριγώνου.
Ο Στράτος παρέμεινε αμίλητος και πάτησε το γκάζι με περισσότερη δύναμη. Ήθελε να φύγει από αυτό το δασάκι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και δε θα ξαναπερνούσε από εκεί παρά μόνο κάποια καταραμένη ηλιόλουστη αργία.


* Ο Λευτέρης Ασπρόπουλος γεννήθηκε, αναπνέει τον αέρα και παλεύει με τους ανεμόμυλους της πανέμορφης πόλης του Βόλου. [ facebook ]


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...