Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Διήγημα : Η κουκουβάγια


του Μίνωα - Αθανάσιου Καρυωτάκη *

Δώσε προσοχή αγαπητέ αναγνώστη σε μια ιστορία που είναι τόσο αληθινή όσο η ύπαρξή σου. Μπορεί να τρομάξεις, να φοβηθείς και ίσως κάποια στιγμή να απηυδήσεις από το περιστατικό που εξιστορώ, αλλά θα πρέπει πάντοτε να έχεις στο νου σου πως πρόκειται για ιστορία τόσο πραγματική όσο και η γαλάζια θάλασσα.

Όλα ξεκίνησαν πριν από περίπου πέντε χρόνια, όταν ο πατέρας άφησε ετούτο τον αλλόκοτο κόσμο. Κληρονόμησα μία βικτοριανή έπαυλη από εκείνον. Η έπαυλη βρισκόταν στα βορειοδυτικά του Λονδίνου, στη συνοικία Σεν Τζονς Γουντ. Ιδιαίτερη ομορφιά της χαρίζει μέχρι σήμερα ο Τάμεσης με τη μεγάλη γέφυρα και το πανέμορφο δασάκι. Εκεί, έλαβαν χώρα τα τραγικά γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατο ή καλύτερα στη δολοφονία του Τζίμι Άρθουρ, ενός επαγγελματία κυνηγού φαντασμάτων.
Ήταν δώδεκα το μεσημέρι όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του Τζίμι Άρθουρ. Μια γυναίκα είχε πάρει τηλέφωνο για να ζητήσει τη βοήθεια του επαγγελματία στη διαλεύκανση κάποιων παράξενων γεγονότων.
«Γεια σας, ονομάζομαι Κέιτ Μόργκαν», είπε η γλυκιά φωνή
«Ναι, καλησπέρα σας, τι θα θέλατε;», ακούστηκε η νεανική φωνή του Τζίμι.
«Θα ήθελα να σας προσλάβω για να διερευνήσετε κάποια παράξενα περιστατικά που συνέβησαν στην έπαυλή που κληρονόμησα από τον πατέρα μου στη συνοικία του Σεν Τζονς Γουντ», είπε κάπως τρομαγμένα εκείνη.
«Θα ήθελα να αναλάβω την υπόθεσή σας, μα θα πρέπει να έρθετε εδώ στο γραφείο μου για να γίνει μια εποικοδομητική συζήτηση ώστε να φανερωθούν εναργέστερα όλα εκείνα τα τρομαχτικά γεγονότα που σας οδήγησαν στην τολμηρή απόφαση να καλέσετε το γραφείο», είπε εκείνος παραμένοντας απόλυτα ήρεμος παρά την εμφανή ταραχή της.
Ο Τζίμι δούλευε σαν κυνηγός φαντασμάτων για αρκετά χρόνια. Τον τελευταίο καιρό βέβαια δεν είχε υποθέσεις και είχε περιέλθει σε δυσμένεια. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει χρήματα. Επομένως, θα δεχόταν τη δουλειά που προσφερόταν όσο αλλόκοτη και να ήταν.
«Τι θα λέγατε να έρθω σε μια ώρα στο γραφείο σας;», ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
Ο κυνηγός φαντασμάτων χάρηκε με την πρότασή της και έτσι δέχτηκε αμέσως να τη συναντήσει σε μία ώρα. Χαρούμενη κατέβασε το ακουστικό του τηλεφώνου. Ύστερα, κατευθύνθηκε προς το μπάνιο για να ετοιμαστεί για τη συνάντηση. Δεν επέτρεπε η καταγωγή της να εμφανίζεται απεριποίητη.
Όση ώρα λουζόταν διάφορες σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό της. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να βρει την αιτία για τα ατυχήματα των εργατών στην έπαυλη. Είχαν αναφέρει πως ο εργολάβος βρέθηκε στο δάσος, ευτυχώς ζωντανός, με ακρωτηριασμένο χέρι, ενώ ένας εργάτης είχε χαθεί από το εργοτάξιο χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του. Την ίδια περίοδο είχε χαθεί και μια ολόκληρη οικογένεια από τη συνοικία. Όφειλε να ανακαλύψει επιτέλους την αλήθεια.
Το καυτό νερό καθάρισε το βρώμικο δέρμα της. Ένιωθε πως είχε πάρει τη σωστή απόφαση, μα στα μύχια της ψυχής της για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστευε πως θα συνέβαινε κάτι τραγικό στον κυνηγό φαντασμάτων. Ο Τζίμι Άρθουρ παίρνοντας την απόφαση να τη βοηθήσει είχε υπογράψει την καταδίκη του. Σύντομα, μέσα στο διάστημα ολίγων ωρών από τη συνάντησή τους στο γραφείο του θα οδηγούνταν στον κάτω κόσμο.
Έφτασε στο γραφείο ακριβώς στην ώρα που είχε συμφωνηθεί. Ο κυνηγός φαντασμάτων καθόταν αναπαυτικά στην καρέκλα του γραφείου. Μπροστά του υπήρχαν κάποια βιβλία με ξόρκια, καθώς κι ένα σιδερένιο παλούκι. Έδειχνε να απολαμβάνει την επίσκεψή της καλλίγραμμης γυναίκας . Ένα πλατύ χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του όταν την είχε πρωτοαντικρίσει.
«Καλησπέρα σας κυρία μου», είπε καθώς σηκώθηκε όρθιος βγάζοντας το ημίψηλο καπέλο που φορούσε κάνοντας μια βαθειά υπόκλιση.
«Γεια σας», απήντησε στην προσφώνησή του αμήχανα.
Τα καστανά του μάτια επεξεργάζονταν εξονυχιστικά τη φιγούρα της γυναίκας. Παρακολουθούσε ευλαβικά κάθε συναίσθημα, κάθε κίνηση αμηχανίας. «Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν σίγουρα ο κατάλληλος γι’ αυτή τη δουλειά.», καθώς επεξεργαζόταν κι εκείνη με τη σειρά της τον νεαρό άνδρα.
«Σας παρακαλώ κυρία μου εξιστορήστε όλα εκείνα τα γεγονότα που σας οδήγησαν στο κατώφλι του γραφείου μου», είπε καθώς έπαιζε με τα δάχτυλα των χεριών του.
«Όλα ξεκίνησαν όταν αποφάσισα να ανακαινίσω την ετοιμόρροπη έπαυλη που κληρονόμησα από τον πατέρα μου. Μέσα σε λίγες μέρες αφότου ξεκίνησαν οι εργασίες αναφέρθηκαν δύο συμβάντα, ένας ακρωτηριασμός και μια μυστηριώδη εξαφάνιση», απήντησε στην προτροπή του Άρθουρ προσπαθώντας να φαίνεται όσο πιο ήρεμη μπορούσε.
«Αυτά γνωρίζεται μονάχα;», ρώτησε φωναχτά.
«Ναι, αυτά είναι όλα όσα ξέρω. Υπάρχει μάλλον και κάτι ακόμα. Οι εργάτες είδαν κοντά στον ακρωτηριασμένο άνδρα γιγάντιες πατημασιές πουλιού»
«Πως είστε σίγουρη πως δεν πρόκειται για κάποιον αιμοβόρο δολοφόνο που απλά σκαρφίζεται ποικίλα τεχνάσματα για να σας αποπροσανατολίσει;»
«Για να πω την αλήθεια δεν γνωρίζω, αλλά βαθειά μέσα μου νιώθω πως δεν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινο όν», ψιθύρισε τρομαγμένα.
«Πότε μπορείτε να με συνοδεύσετε στην έπαυλη;», ρώτησε καθώς σημείωνε κάποιες παρατηρήσεις σ’ ένα κόκκινο τεφτέρι.
«Αν θέλετε μπορώ να σας οδηγήσω και σήμερα το απόγευμα εκεί», είπε πρόσχαρα.
«Μπα, καλύτερα αύριο το πρωί στις οκτώ η ώρα, γιατί έχω κάποιες εκκρεμότητες για σήμερα», ανάφερε ενώ σηκωνόταν για να την οδηγήσει στην έξοδο.
Αφού τον ευχαρίστησε βγήκε στο δρόμο. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Μπήκε στην κοντινότερη άμαξα προστάζοντας τον οδηγό να την οδηγήσει γρήγορα σπίτι της. Ήθελε να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί και να σκεφτεί τη συνάντηση με τον Τζίμι Άρθουρ. Ακόμα και μετά την αποχώρησή της από το γραφείο ένιωθε μια έντονη μυρωδιά θανάτου να πλανιέται στον αέρα. Που να’ ξερε σε τι μπελάδες είχε οδηγήσει τον δύσμοιρο άνδρα.
Το επόμενο πρωινό οδήγησε τον κυνηγό φαντασμάτων στην έπαυλη στα βορειοδυτικά του Λονδίνου. Ο μουντός καιρός είχε επιδράσει αρνητικά στη ψυχοσύνθεσή της. Είχε την εντύπωση πως όσο πιο κοντά πλησίαζε σ’ αυτό τον καταραμένο τόπο, τόσο εντονότερη ήταν η αύρα θανάτου που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Ακόμα και οι γείτονες στο αντίκρισμα της μορφής της τρόμαξαν. Βλέπετε, από τότε που είχε κληρονομήσει την έπαυλη είχαν ξεκινήσει τα τρομαχτικά γεγονότα. Το βράδυ πια οι κάτοικοι της συνοικίας παρέμεναν κλεισμένοι στα σπίτια. Κανείς δεν τολμούσε να διακινδυνεύσει τη ζωή του.
«Θα μείνω εδώ μέχρι να λύσω το μυστήριο που σας βασανίζει κυρία μου», είπε ο άνδρας ενώ κατέβαινε από την άμαξα κρατώντας πέρα από το μπαστούνι του και μια δερμάτινη τσάντα μεσαίου μεγέθους.
«Να προσέχετε», είπε η γυναίκα αποχαιρετώντας τον Τζίμι.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον έβλεπε ζωντανό.
Ο κυνηγός φαντασμάτων διάβηκε το κατώφλι της μεγάλης δρύινης πόρτας. Οι μεντεσέδες έτριξαν. Φαίνεται, είχαν να λαδωθούν εδώ και καιρό. Ένας γυάλινος πολυέλαιος κρεμόταν από την οροφή. Η σκόνη, η μούχλα και η γενικότερη εγκατάλειψη του χώρου είχαν αφήσει πάμπολλα σημάδια. Διάφορα έντομα είχαν δημιουργήσει μέσα στο εγκαταλελειμμένο χολ μια μικρή κοινωνία. Στο ταβάνι έβλεπες ιστούς από αράχνες να έχουν εγκλωβίζει ζουμερά ζωύφια και να ετοιμάζονται να ξεσκίσουν τη σάρκα τους, ενώ κάτω από ένα φαγωμένο τραπεζάκι υπήρχε μια ολοστρόγγυλη τρύπα. «Παράξενο», μουρμούρισε ο άνδρας καθώς πλησίαζε για να κοιτάξει καλύτερα την τρύπα του ξύλινου πατώματος.
Μέσα από την τρύπα δεν φαινόταν τίποτα. Μονάχα μερικές σιλουέτες κινούνταν πότε πότε γοργά. Πήρε ένα ξύλο. Το έριξε μέσα στη σκοτεινή άβυσσο της τρύπας. Ένα σκούξιμο ποντικιού ακούστηκε. «Ενδιαφέρον», μουρμούρισε.
Σχεδόν μηχανικά ξεκίνησε να ψάχνει το υπόλοιπο σπίτι με φούρια. Έπειτα από ώρα βρήκε αυτό που αναζητούσε. Έδεσε το σκοινί γύρω από τη μέση του ώστε να μην το χάσει μέσα στο σκοτάδι, αλλά και για να δοκιμάσει την αντοχή του, καθώς θα το χρησιμοποιούσε για να κατέβει μέσα από την ολοστρόγγυλη τρύπα. Το σκοινί έπρεπε να τον αντέξει.
Έτσι, αφού έφτασε στο χολ έδεσε το άλλο μέρος του σκοινιού στο χερούλι της πόρτας. Το χερούλι έδειχνε να μπορεί να αντέξει το βάρος του. Λίγο πριν βουτήξει στην άβυσσο άρπαξε την τσάντα του. Από μέσα έβγαλε έναν φακό. Την έκλεισε, μα επειδή ένιωθε μια φρικαλέα αύρα να έρχεται από το σκοτάδι πήρε μαζί του κι ένα σιδερένιο παλούκι. Ήταν βέβαιος πως θα το χρειαζόταν.
Πάτησε στο έδαφος. Λύθηκε από το σκοινί. Οι μπότες του μουσκεύτηκαν από τα νερά του υπονόμου. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του πάτησε το διακόπτη του φακού. Το κιτρινωπό φως έδιωξε τις σκιές. Οι υπόνομοι γέμισαν για λίγο από τις οιμωγές των τρωκτικών που είχαν τυφλωθεί από το έντονο φως.
Ωστόσο, ο θόρυβος των ποντικών σώπασε άμεσα. Από πίσω του ερχόταν μια έντονη δυσοσμία. Μάλιστα, καθώς προχωρούσε προς την κατεύθυνσή της γινόταν ολοένα και πιο ανυπόφορη. Για να μπορέσει να συνεχίσει έβγαλε ένα μαντήλι. Σκέπασε μ’ αυτό τη μύτη του.
Ξαφνικά, ακούστηκαν θόρυβοι μασουλήματος. Ήταν υπερβολικά δυνατοί για να προέρχονταν από τους ποντικούς. Έκλεισε το φως, ελπίζοντας ο εχθρός να μην αντιληφθεί την παρουσία του. Περίμενε μέχρι τα μάτια να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Συγχρόνως, κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μειώσει τον ήχο των βημάτων του.
Όταν κατάφερε να υλοποιήσει όλα τα θέλω του βάδισε προσεχτικά προς το άνοιγμα του υπονόμου. Το βρώμικο, ομιχλώδες νερού του υπονόμου σε συνδυασμό με το απόλυτο σκότος δυσκόλευε την όραση του άνδρα. Μια σιλουέτα περίπου δύο μέτρα διαγραφόταν πάνω σ’ ένα μπόγο να μασουλάει κάτι που ανάβλυζε υγρό. Ο Τζίμι Άρθουρ αποφάσισε να διακινδυνεύσει. Θα το πλησίαζε, αφού όφειλε να δει τι πλάσμα ήταν αυτό που ζούσε στους υπονόμους τρώγοντας πιθανόν τρωκτικά.
Άναψε το φακό. Μια σπαρακτική κραυγή βγήκε από το στόμα του. Ο φακός έπεσε στο νερό. Έστριψε το κορμί. Έτρεξε τόσο γρήγορα όσο η λάμψη πριν από το μακρινό μπουμπουνητό. Πολλές φορές σκόνταψε, έπεσε, τραυματίστηκε, μα δεν μπορούσε να επιστρέψει σ’ αυτό το σατανικό πλάσμα να τον πιάσει. Αν τον γράπωνε με τα νύχια του τότε θα του έτρωγε τα σωθικά.
Γοργά βήματα αντηχούσαν μέσα στον υπόνομο. Δεν ήταν όμως τα δικά του. Το πλάσμα τον κυνηγούσε. Το φρικώδης αυτό όν ποθούσε να διαγουμίσει το σώμα του. Έπρεπε κάπως να βρει το σκοινί για να ανέβει ξανά στην επιφάνεια, μα το ομιχλώδες τοπίο των υπονόμων στεκόταν σαν τροχοπέδη στην απέλπιδα προσπάθεια που κατέβαλε.
Ξάφνου, θυμήθηκε ότι είχε βαδίσει προς την έντονη δυσοσμία που ανάβλυζε. Επομένως, αν κατευθυνόταν αντίθετα υπήρχε μια μικρή χαραμάδα ελπίδας να τα καταφέρει. Έτρεξε γρηγορότερα από πριν, γιατί πλέον είχε συνειδητοποιήσει πως δεν είχε άλλη επιλογή. Το τερατόμορφο όν θα έβαζε ένα τέλος στη ζωή του. Αλήθεια, γιατί είχε επιλέξει να γίνει κυνηγός φαντασμάτων; Τώρα πια δεν φάνταζε να έχει σημασία.
Ένιωθε την ανάσα του. Από το στόμα έσταζαν κηλίδες αίματος. Μπορεί να μην έβλεπε την τερατόμορφη κουκουβάγια, μα είχε δει εκεί στον ανοιχτό χώρο του υπονόμου πως αποθήκευε κι έτρωγε τα πτώματα. Ναι, ο μπόγος του σκοταδιού ήταν στην πραγματικότητα σωροί από πτώματα. Το φως είχε φανερώσει κάθε πτυχή του φρικώδους τέρατος. Είχε κεφάλι κουκουβάγιας. Ο θώρακας καλυπτόταν από μαύρα φτερά, ενώ όλο το υπόλοιπο σώμα πέρα από τα πόδια ήταν ανθρώπινο. Τα πόδια του ήταν μακρόστενα Στο καθένα πόδι είχε τρία γαμψά νύχια για να κόβει πιθανόν ευκολότερα το ανθρώπινο κρέας. Παράλληλα, στην πλάτη του φύτρωναν δύο μεγάλες φτερούγες. Ίσως μάλιστα να είχε και δόντια, γιατί ο Τζίμι Άρθουρ πίστευες πως είχε δει να προεξέχουν από το ράμφος κάποιοι σουβλεροί κυνόδοντες.
Έπιασε το σκοινί. Βάζοντας δύναμη ξεκίνησε να ανεβαίνει ταχύτατα. Για μια στιγμή πίστεψε πως το τέρας είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια. Έβλεπε την τρύπα. Πέρασε το ένα χέρι από μέσα της κι ύστερα το άλλο. Χαρά πλημμύρισε το είναι του. «Σώθηκα», σκέφτηκε γελώντας νευρικά.
Τότε, ένιωσε τα δόντια της τερατόμορφης κουκουβάγιας να μπήγονται στην περόνη του αριστερού ποδιού. Τράβαγε με δύναμη το σώμα του κυνηγού φαντασμάτων. Με το άλλο πόδι εκείνος χτύπησε το κεφάλι της κουκουβάγιας. Τα δόντια ξεκόλλησαν από την περόνη. Τράβηξε χωρίς δεύτερη σκέψη το πόδι στην επιφάνεια. Η κίνηση αυτή του προκάλεσε ατελείωτο πόνο. Άκουσε να κόβεται κρέας από το σώμα του.
Τελικά, βγήκε από την τρύπα. Είχε κόψει τέσσερα δάχτυλα από το αριστερό του πόδι. Τρομοκρατημένος οίμωζε σαν νήπιο. Δεν πονούσε τόσο, μα ο φόβος που είχε φωλιάσει στη ψυχή του κόντευε να τον αποτρελάνει.
Ο ήχος του τηλεφώνου τον έκανε προς στιγμήν να σωπάσει. Περίπου δέκα μέτρα από εκεί που βρισκόταν έστεκε μέσα στην αλλόκοτη ιριδίζουσα σκόνη ένα τηλέφωνο. Κάποιος ήθελε να του μιλήσει.
Μπουσουλώντας έφτασε το ακουστικό:
«Πως είστε;», ακούστηκε η φωνή της γυναίκας που τον είχε οδηγήσει στην έπαυλη.
«ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!», ούρλιαξε.
«Τι πάθατε;», ρώτησε εκείνη απορημένα.
«ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!», ούρλιαξε ξανά.
Κάτι ακούστηκε να σπάει και το τηλέφωνο νέκρωσε.
Ο κυνηγός φαντασμάτων παρακολουθούσε έντρομος την τερατόμορφη κουκουβάγια να δονεί το ξύλινο δάπεδο. Ευτυχώς, οι σανίδες κρατούσαν ακόμα το ον μακριά του. Έπρεπε όμως κάτι να κάνει. Θα πήγαινε να κρυφτεί στο δάσος. Εκεί ίσως να τον έχανε.
Σήκωσε το κορμί και παρά τους έντονους πόνους κατάφερε να σταθεί στα πόδια του. Έφτασε στη δρύινη πόρτα. Αφού την άνοιξε βάλθηκε να προχωρεί τρεκλίζοντας προς το δάσος. Το ξύλινο δάπεδο θρυμματίστηκε. Το τέρας βγήκε έξω. Ήθελε να σκοτώσει τον Τζίμι.
Εκείνο πέταγε στον ουρανό ακριβώς πάνω από το κεφάλι του άτυχου άνδρα. Κάμποσες φορές επιχείρησε επίθεση από αέρος, μα η θεά τύχη ήταν ευνοϊκή με τον άνδρα καθώς γλίτωσε και τελικά έφτασε στο δάσος. Ο ήλιος έδυε και το φεγγάρι έπαιρνε σταδιακά τη θέση του στον ουρανό. «Πως είχε περάσει τόσο γρήγορα η ώρα;» , σκέφτηκε.
Συνέχισε μέσα στο άλσος χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Πίστευε πως όσο πιο βαθειά προχωρούσε τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες είχε να σωθεί. Περπάτησε ώρες ώσπου κάποια στιγμή οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Είχε φτάσει στην καρδιά του δάσους. Μπορούσε πια να ξεκουραστεί.
Όταν όμως ετοιμάστηκε να κλείσει τα μάτια του εμφανίστηκαν μπροστά του τρις τερατόμορφες κουκουβάγιες. Μπουσούλισε για να τους ξεφύγει. Το χτύπημα πάνω σε μια πέτρα του ανέκοψε την πορεία. Τα τρία πλάσματα τον έπιασαν και ξεκίνησαν μανιωδώς να του ξεσκίζουν τη σάρκα. Λίγο πριν πεθάνει ο κυνηγός φαντασμάτων συνειδητοποίησε πως οι πέτρες που είχαν ανακόψει την πορεία του ήταν τεράστια αυγά.
Η τελευταία φρικιαστική ιαχή που βγήκε από το μισοφαγωμένο στόμα του ακούστηκε μέχρι το Λονδίνο.
Το επόμενο πρωινό η εργοδότριά του έφτασε με τη συνοδεία της αστυνομίας στην έπαυλη. Βρήκαν τα πτώματα στους υπονόμους, μα κανένα σημάδι του Τζίμι Άρθουρ πέρα από μια ροή αίματος που ξεκινούσε από το σπίτι και χανόταν στο δάσος. Έντρομη για την εξαφάνιση του άνδρα ακολούθησε μαζί με τους αστυνομικούς τη ροή αίματος. Κατέληξαν σ’ ένα ξέφωτο μέσα στην καρδιά του άλσους. Εκεί βρήκαν μονάχα το μισοφαγωμένο κεφάλι του άνδρα και κάτι αφύσικα αυγά.
Την επόμενη μέρα έβαλαν φωτιά στο δάσος. Μονάχα κάποιες στριγκλιές πτηνών που θύμιζαν κουκουβάγιες ακούστηκαν έντονα. Έκτοτε δεν έλαβε χώρα ποτέ ξανά κάποιο παρόμοιο περιστατικό στη συνοικία του Σεν Τζονς Γουντ. Έτσι άφησαν τουλάχιστον τον κόσμο να πιστεύει…


* Ο Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. Το μυθιστόρημα: «Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα» είναι η πρώτη του μεγαλόπνοη συγγραφική προσπάθεια και μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από τον ιστοχώρο των Εκδόσεων Σαΐτα. Παράλληλα, διαθέτει και το ιστολόγιο: «Χίλιες και μία ιστορίες». Τέλος, έχει συμμετάσχει και στο συλλογικό ebook: Tweet_Stories - Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες.


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...