Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Διήγημα : Κύκλοι στη θάλασσα…


του Χάρη Γαντζούδη *

Το τέλος ήταν κοντά. Το ένιωθε. Η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία. Το βήμα του αδύναμο. Κάθε κίνηση πονούσε.
«Θέλω μια χάρη» είπε, γυρνώντας το κεφάλι του προς τη ρωσίδα νοσοκόμα, την οποία είχαν προσλάβει τα παιδιά του για να τον φροντίζει.
«Τι χάρη θες κυρ-Αντρέα;»
«Να με πας μια βόλτα στη θάλασσα»
«Δεν είμαστε καλά. Ο γιατρός είπε ότι χρειάζεσαι ξεκούραση» του απάντησε εκείνη με τα σπαστά ελληνικά της.
«Άσε τους  γιατρούς. Αυτό που χρειάζομαι εγώ είναι μια βόλτα στη θάλασσα»
«Άσε πρώτα να γίνεις καλά και θα σε πάω εγώ όσες βόλτες θες. Στα πόδια μας την έχουμε τη θάλασσα».
«Δεν καταλαβαίνεις. Δεν έχω χρόνο. Σε παρακαλώ και σου υπόσχομαι ότι θα είναι για λίγο. Μια στιγμή μόνο…» ο λυγμός τον εμπόδισε να ολοκληρώσει τη φράση του. Τα μάτια του, που είχαν πάρει την έκφραση μικρού παιδιού όταν δεν του κάνουν το χατίρι, γέμισαν δάκρυα.
«Καλά. Θα σε πάω» του είπε η νοσοκόμα που λύγισε και συνέχισε «Αλλά μόνο για πέντε λεπτά. Ούτε λεπτό παραπάνω».
Τον συνόδεψε μέχρι την παραλία. Τον κρατούσε από το χέρι και προσπαθούσε να συγχρονίσει το βήμα της με το δικό του. Σε όλη τη διαδρομή παρέμειναν και οι δυο σιωπηλοί. Μόνο το σφύριγμα του ανέμου ακουγόταν, που τρύπωνε ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και τα γύμνωνε από τα ξερά φύλλα τους. Ο πεζόδρομος ήταν έρημος. Κάποιες ανθρώπινες φιγούρες διακρίνονταν πίσω από τα τζάμια των λιγοστών μαγαζιών που παρέμειναν ανοιχτά το χειμώνα. Λίγο πριν κατέβουν τα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στην παραλία, εκείνη, ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε το χέρι του να κλείνει με δύναμη το δικό της. Γύρισε και την κοίταξε.
«Μόνος μου» της είπε «Εσύ θα με περιμένεις εδώ». Όσο και αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να τον πείσει.
«Ξεροκέφαλος άνθρωπος» ψέλλισε στα ρώσικα.
Έσυρε το σώμα του μέχρι εκεί που το κύμα είχε χαράξει τα όρια του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε, αδιαφορώντας για τον πόνο που ένιωθε στα κόκαλά του. Η αγάπη του για τη θάλασσα ήταν πιο δυνατή. Κάποτε ήθελε να μπαρκάρει, να γνωρίσει καινούργιους τόπους, διαφορετικούς ανθρώπους, άλλα ήθη και έθιμα. Η μάνα του έπεσε να πεθάνει. Μοναχοπαίδι.
« Δε θα στο συγχωρήσω ποτέ άμα μ’ αφήσεις μόνη μου» του λέγε και του ξανάλεγε μέχρι που τον έπεισε. Πούλησε δυο κτήματα, προίκα από τον πατέρα της και του άνοιξε ταβέρνα, για να τον δέσει για πάντα στη στεριά. Έμεινε κοντά της, αλλά σε κάθε απόφαση που έπρεπε να πάρει στη ζωή του, σε κάθε κύκλο που άνοιγε ή έκλεινε, εκείνος έτρεχε κοντά στη θάλασσα. Της μιλούσε κι εκείνη λες και τον άκουγε, τον ηρεμούσε και έπαιρνε στο βυθό τους φόβους και τις αγωνίες του. Έτσι και τώρα, που ένιωθε το τέλος να πλησιάζει, ήθελε να είναι κοντά της, να κλείσει εκεί αυτόν τον κύκλο.
Σκάλισε τη μουσκεμένη άμμο με το μπαστούνι του. Σήκωσε το βλέμμα του και η σκέψη του χάθηκε στο απέραντο γαλάζιο που απλώνονταν μπροστά του. Πάνω στα κύματα άρχισαν να χοροπηδούν εικόνες από το παρελθόν. Είδε ένα παιδί, με κοντά παντελονάκια, να σκαλίζει με τους φίλους του την καυτή άμμο, η οποία είχε κολλήσει στα ιδρωμένα πρόσωπά τους, για να ανακαλύψουν το χαμένο θησαυρό που σύμφωνα με τις διηγήσεις των παππούδων τους είχαν θάψει οι πειρατές. Είδε ένα νεαρό αγόρι, να κοιτά ηδονικά τα καλλίγραμμα κορμιά των τουριστριών που έφταναν από όλα τα μέρη του κόσμου για να γευτούν τον Ελληνικό Θεό Ήλιο. Είδε έναν νεαρό άνδρα να μεθάει από έρωτα…
Μελαγχόλησε. Δεν μπορούσε πια να τρέξει, να κάνει σχέδια και όνειρα για το μέλλον, να ερωτευθεί. Στα ογδόντα πέντε του χρόνια το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν  να περιμένει το τέλος.
Στα αφτιά του ήρθαν παιδικά γέλια, κλάματα , υποσχέσεις, προδοσίες. Αυτές τον πόνεσαν περισσότερο. Πρώτα τον πρόδωσε η γυναίκα του. Η γυναίκα που πριν μερικά χρόνια τον μεθούσε από έρωτα τον εγκατέλειψε. Δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Του άφησε μόνο ένα σημείωμα «Φεύγω» και δυο παιδιά να μεγαλώσει. Μα και εκείνα τον πρόδωσαν. Ο γιος του δεν είχε κλείσει ούτε τα δεκαπέντε όταν αποφάσισε να πάει να μείνει με τη μητέρα του και εκείνος έτρεξε στη θάλασσα να τον παρηγορήσει. Δυο χρόνια αργότερα τον εγκατέλειψε και η κόρη του και πάλι στη θάλασσα έτρεξε. Ο γιος του δεν ξαναφάνηκε. Μόνο τηλέφωνο τον έπαιρνε στη γιορτή του. Η κόρη του τον επισκέπτονταν που και που μα πέρασαν δέκα χρόνια από την τελευταία φορά. Τα εγγόνια του μόνο σε φωτογραφίες τα είχε δει.
«Ας είναι καλά και ας μην έρχονται να με δουν» απαντούσε στη ρωσίδα, τις λίγες φορές που εκείνη του έπιανε κουβέντα για τα παιδιά του.
Ξάπλωσε στην άμμο. Για αρκετή ώρα έμεινε να κοιτάζει τον συννεφιασμένο ουρανό. Του φάνηκε πως είδε ένα λευκό γλάρο να πετά ψηλά και να χάνεται στα σύννεφα. Ήξερε πως είχε έρθει η ώρα να πετάξει και η ψυχή του. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα ρουθούνια του γέμισαν με την αρμύρα της θάλασσας, της μοναδικής πιστής του συντροφιάς όλα αυτά τα χρόνια. Έκλεισε στην χούφτα του λίγη άμμο κλείνοντας μαζί και τον κύκλο της ζωής του.    


* Ο Χάρης Γαντζούδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1985. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στο internet [deity.gr, onestory.gr, shortstory.gr, microstory.gr, Σοδειά, Στάχτες], συμμετείχε στη συλλογή «Tweet _ Stories _ Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες» που κυκλοφόρησε από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK ενώ το Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο «Οι πρώτες σελίδες» από τις εκδόσεις Σαΐτα.


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...