Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Αυτοεκδιδόμενος… // μια ομιλία του Θανάση Τριαρίδη





Νομίζω πως ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης δύσκολα κρύβει (με άλλα λόγια: δηλώνει σαφώς) μια προφανή αυταρέσκεια από μέρους των ομιλητών και του συντονιστή-εκδότη: πως, και καλά, όσοι καθόμαστε σε αυτό το τραπέζι «υπηρετούμε» (μπρρρ) τη φυγόκεντρη λογοτεχνία, ενώ οι άλλοι «υποκύπτουν» στην παντοδύναμη κεντρομόλο δύναμη της φυσικής. Στ’ αλήθεια δεν καλοκαταλαβαίνω τι θα πει φυγόκεντρη λογοτεχνία – αν εννοούμε τη λογοτεχνία που βρίσκεται έξω από τις επιταγές της αγοράς, θα την προτιμούσα στραβή λογοτεχνία, με την έννοια των κειμένων που στραβώνουν, που δεν μπορούν να ισιάξουν στη μέγγενη της αναγνωστικής πλειοψηφίας, της «κοινής αναγνωστικής συνείδησης» (τι μπαρούφα κι αυτή). Μα και σε αυτήν την περίπτωση δεν είμαι διόλου σίγουρος πως τα δικά μου γραπτά είναι και τόσο στραβά όσο ώρες-ώρες νομίζω – το γεγονός ότι στα τελευταία 7 χρόνια έχουν εκδοθεί 12 βιβλία μου από καθιερωμένους εκδότες δεν είναι διόλου ενθαρρυντικό για μένα και για την αυτοεικόνα του περιθωριακού κουζουλού συγγραφέα που τόσο με θρέφει. Σε κάθε περίπτωση, άλλοι κι άλλος αποφασίζουν – από μία άποψη, ευτυχώς…

Φυσικά δεν θα σας μιλήσω για το βιβλίο μου τα μελένια λεμόνια όπως αναγράφει η πρόσκληση – έχω πολύ-πολύ μεγάλη έπαρση για να κάνω κάτι τέτοιο. Προτιμώ να σας μιλήσω για τη μεγάλη ευκαιρία (ή, αν θέλετε, τη μεγάλη ελευθερία) που ο παράξενος καιρός μας δίνει σε όποιον γράφει: την ευκαιρία (την ελευθερία) της ηλεκτρονικής αυτοέκδοσης της δουλειάς του – της αυτοέκδοσης των ευαισθησιών του, των πόθων του, του τρόμου του. (Αυτός ο τρόμος με ενδιαφέρει ιδιαίτερα – περίπου όσο το τρεμάμενο σώμα…)

          Στα μάτια μου, δεν υπάρχει αμφιβολία: ο κόσμος του βιβλίου, και όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι ολοκληρωτικά παραδομένος στην αγορά. Δηλαδή: οι ευαισθησίες, οι πόθοι και ο τρόμος του καθενός συγγραφέα ελέγχονται και συχνά κατευθύνονται από ταμειακές μηχανές και λίστες ευπωλήτων. Οι τηλεοπτικοί αναγνώστες έφτιαξαν τους βιβλιοπώλες που τους αξίζουν, τους κριτικούς που τους αξίζουν, τους εκδότες που τους αξίζουν και, εντέλει, τους συγγραφείς που τους αξίζουν. Οι εξαιρέσεις γίνονται όλο και πιο περιθωριακές: οι συγγραφείς εκβιάζονται όλο και πιο φανερά από το τετράπτυχο εκδότες-κριτικοί-βιβλιοπώλες-κοινό να γράψουν τα αναμενόμενα μυθιστορήματα, τα οποία θα εκδοθούν από τους αναμενόμενους εκδότες, θα κριθούν από τους αναμενόμενους κριτικούς στα αναμενόμενα έντυπα, θα διαγκωνιστούν σε αναμενόμενες λίστες ευπωλήτων ή σε πάγκους πολυβιβλιοπωλείων, για να φτάσουν στους αναμενόμενους αναγνώστες οι οποίοι επιζητούν αδιαπραγμάτευτα να περάσουν καλά – κι όταν λένε καλά εννοούν ανώδυνα. Κι αν κάποιος τολμήσει να υπαινιχτεί πως ίσως το ενδιαφέρων στην τέχνη είναι κάτι περισσότερο από το ανώδυνο καλό, κακό του κεφαλιού του: είναι ένας κομπλεξικός μαλάκας, ένας αποτυχημένος, ένας που δεν θα τον καλέσουμε ποτέ μα ποτέ να σχολιάσει σε τηλεοπτικά πάνελ τα εκλογικά αποτελέσματα…

***

Ας σκεφτούμε έναν νέο 25 ή 30 χρονών, φανατικό για γράμματα, έναν εν δυνάμει συγγραφέα που νιώθει μέσα του την ανάγκη να εκφραστεί γραπτά. Μένει σε μια επαρχιακή πόλη, έχει ένα συνηθισμένο επίθετο, τον ξέρει μόνο η μητέρα του και η θεία του. Ωστόσο έλκεται ακατανότητα από τον εσωτερικό μονόλογο, έτσι όπως τον διαβάζει στον Τζόις, τον Κάφκα, τον Πεντζίκη και τον Μπακόλα. Το γεγονός ότι οι (κατά τα άλλα αναγνωρισμένοι ως σημεία αναφοράς της νεοελληνικής λογοτεχνίας) Πεντζίκης ή Μπακόλας δεν υπάρχουν ούτε στα δύο βιβλιοπωλεία της πόλης του (που, ανάμεσα στα άλλα, τους θερινούς μήνες πουλάνε βατραχοπέδιλα), ούτε στις αλυσίδες των πολυβιβλιοπωλείων της πρωτεύουσας, τον προβληματίζει για την τύχη του δικού του γραπτού; Άραγε θα επιμείνει διότι τον ενδιαφέρει να γράψει ένα κείμενο που να διαλέγεται με τα πρότυπά του; Ή μήπως θα αγοράζει τα βιβλία που προτείνουν οι λίστες ευπωλήτων για να γράψει κι αυτός ένα αστικό άρλεκιν να ξεμπερδεύει;

Κι ας πούμε πως ο νέος μας ξεκινά το αστικό άρλεκίν του – μα ένα βράδυ, σε μια κρίση λογοτεχνικής (;) συνείδησης, το διαγράφει από τα αρχεία του υπολογιστή του. Οργισμένος και αηδιασμένος, αποτολμά μια λογοτεχνική φάρσα: αντιγράφει στο κομπιούτερ τον Ανδρέα Δημακούδη και τον Κήπο των Πριγκίπων, αλλάζει τους τίτλους και, υπό ένα σύνηθες ονοματεπώνυμο, το στέλνει σε όλους τους υπάρχοντες εκδοτικούς οίκους. Θα βρεθεί εκδοτικός οίκος που θα εκδώσει κάποιο από τα δύο; (Το ερώτημα έχει και ουρά: θα βρεθεί εκδοτικός οίκος που θα αντιληφθεί τη φάρσα;)

Ο νέος συγγραφέας μας σκέφτεται να στείλει αποσπάσματα από τη δουλειά του σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό – γνωρίζει πως αριστουργηματικά κείμενα των τελευταίων πενήντα χρόνων πρωτοδημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Μα, μετά από μια πρόχειρη έρευνα που κάνει, διαπιστώνει πως τα περισσότερα (από τα λίγα) λογοτεχνικά περιοδικά τα εκδίδουν πλέον εκδοτικοί οίκοι, κάποτε με διευθυντές δημοσιογράφους των ενθέτων βιβλίου των μεγάλων εφημερίδων. Δεν του αρέσει αυτό – του μυρίζει προφανή παραγοντισμό… Επίσης προβληματίζεται για το πώς μπορεί ένας κριτικός να δημοσιεύει κριτική σε μια μεγάλη εφημερίδα για ένα βιβλίο τη μέρα της κυκλοφορίας του – σκέφτεται πόσο σοβαρή μπορεί να είναι τούτη η κριτική του, όταν ο καθένας καταλαβαίνει πως το χειρόγραφο έφτασε στα χέρια του με μέιλ από τον εκδότη, ως προυφ, για να γραφτεί ένα κείμενο κατά παραγγελία… Συνάμα απορεί πώς και δεν διαμαρτύρεται κανείς γι’ αυτήν την πρακτική που εν τη γενέσει της ακυρώνει κάθε κριτική λειτουργία.

Αυτά για τον συγγραφέας μας που αγαπάει τον εσωτερικό μονόλογο: είναι πολύ μόνος και πολύ ανασφαλής – κι η αγορά φαντάζει πανίσχυρη: συγγραφείς, εκδότες, κριτικοί και βιβλιοπώλες όλο και πιο αδιαμαρτύρητα βγάνουν λεφτά, υπηρετώντας την ιερή βεβαιότητα των αναγνωστών πως είναι (από γεννησιμιού τους) κύριοι και κάτοχοι κάθε πιθανής αισθητικής εμπειρίας, οπότε το μόνο που τους απομένει είναι να περάσουν καλά με ένα κάποιο βιβλίο σε μία κάποια πλαζ. Ο νέος συγγραφέας της ιστοριούλας μας έχει πλέον μπροστά του λίγα περιθώρια για αυταπάτες και συγκεκριμένες επιλογές: Μια από αυτές, ίσως η σοφότερη, είναι να σταματήσει να γράφει. Μια άλλη είναι να προσπαθήσει να συμμορφωθεί στους κανόνες της αγοράς (δεν είναι εύκολη αρένα, λίγοι επιβιώνουν). Μια τρίτη επιλογή είναι να προσπαθήσει να γράψει αυτό που καίει το νου του (γνωρίζοντας βέβαια πως η καλλιτεχνική αποτυχία καραδοκεί) και να αυτοεκδοθεί στο Ίντερνετ, σε μια δική του ιστοσελίδα ή σε ένα blog. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι άσχημη ιδέα: άλλωστε, ο συγγραφέας είναι εχθρός κάθε κοινής γνώμης και κάθε περήφανης πλειοψηφίας, εχθρός των εκδοτών, των κριτικών, των βιβλιοπωλών, εχθρός των αναγνωστών και, στην τελική, εχθρός του εαυτού του… Κάποιος που τον βρίζουν, τον εξορίζουν, τον αφορίζουν, τον καίνε – κάποιος που ωστόσο γυρεύει (: προσδοκά) από τα βιβλία του να είναι (: να γίνουν κάποτε) τσεκούρια που σπάζουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας (έγραψε ο Κάφκα).

***

Κάποια στιγμή, το χειμώνα του 2005, βρέθηκα κι εγώ στην θέση του συγγραφέα της ιστορίας μας: έπρεπε να αυτολογοκριθώ και να μη δημοσιοποιήσω ένα βιβλίο μου (καλό ή κακό, που ωστόσο εγώ ένιωθα πως με εκφράζει), καθώς δεν έβρισκα δίοδο για την έντυπη έκδοσή του. Αν όμως επέτρεπα να γίνει αυτό, θα ήταν σαν να παραδεχόμουν πως οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να εκφράζονται δημόσια μόνο εφόσον τους το επιτρέπει η αγορά. Επειδή δεν μπορούσα να παραδεχτώ κάτι τέτοιο, αποφάσισα να εκδώσω μόνος μου το βιβλίο. Σε άλλους καιρούς θα έπρεπε να βρω λεφτά και να κάνω μια ιδίοις αναλώμασι έκδοση. Στον καιρό του Internet, και ειδικά για έναν άνθρωπο που έχει δική του ιστοσελίδα όπως εγώ, αρκούσε η ενασχόληση λίγων ωρών. Οι ώρες αυτές βρέθηκαν και τα μελένια λεμόνια (αυτό ήταν το εν λόγω βιβλίο μου) εκδόθηκαν ηλεκτρονικά το καλοκαίρι του 2005…

Όταν το φθινόπωρο του 2005 μου προτάθηκε από τις εκδόσεις τυπωθήτω η έντυπη έκδοση των λεμονιών, τα πράγματα μέσα μου είχαν πάρει το δρόμο τους. Κανένας και τίποτε ποια δεν θα μου στερούσαν τη δυνατότητα να διαθέτω τα γραπτά μου ελεύθερα και στο σύνολό τους στο Ίντερνετ. Έτσι καταλήξαμε σε μια συμφωνία: τα μεν λεμόνια θα εκδίδονταν έντυπα από το τυπωθήτω, ωστόσο η ηλεκτρονική έκδοση θα εξακολουθούσε στο Ίντερνετ. Έτσι, στα τέλη του Απριλίου του 2007, στη σημείωση της ηλεκτρονικής έκδοσης, συμπλήρωσα, ανάμεσα στα άλλα, και τα ακόλουθα (http://www.triaridis.gr/melenialemonia/note/):


[…] Πιστεύω πάρα πολύ στο Ίντερνετ και στα βιβλία που κυκλοφορούν στο Ίντερνετ, εκδίδονται δωρεάν και προσφέρονται στους αναγνώστες τους δωρεάν. Η αίσθησή μου είναι πως όλο και μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής, ιδίως αυτό που θα είναι έξω από το ρεύμα της αγοράς, θα βρίσκει εκδοτική διέξοδο στο Ίντερνετ. Επίσης πιστεύω πως το Ίντερνετ θα γεννήσει μέσα του τη δική του λογοτεχνία – ενδεχομένως και σε μορφές που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Όλα αυτά τα αντιμετωπίζω με ενθουσιασμό: πλέον καμία αγορά και κανένα σύστημα αξιών δεν θα μπορεί να ελέγχει την έκδοση της λογοτεχνίας – την καταγραφή των ανθρώπινων ευαισθησιών, αγωνιών και τρόμων. Είμαι βέβαιος πως οι ανεξάρτητες ιστοσελίδες και τα blog (και ό,τι άλλο διαδεχτεί τα blog) θα φιλοξενήσουν τον Ρεμπώ και τον Καβάφη των επόμενων δεκαετιών. Γιατί, όπως ορθά υποψιάζεστε, καλοί μου φίλοι, ο χρόνος δεν τελειώνει στο παρόν μας: κάπου εκεί έξω βρίσκονται συγγραφείς (ή έστω: γράφονται κείμενα) με την ίδια (ή και μεγαλύτερη) αισθητική δύναμη του Ρεμπώ και του Καβάφη…

Ξέρω πως σε όλα αυτά πολλοί φέρνουν (τον έτσι κι αλλιώς θεμιτό) αντίλογο: στο ανεξέλεγκτο Διαδίκτυο κυκλοφορούν δυσανάλογα πολλά σκουπίδια, λένε. Στην καταληκτήρια πρόταση του συλλογισμού τους δεν έχουν άδικο – μα, μιλώντας αναλογικά, ακόμη περισσότερα σκουπίδια κυκλοφορούν στο ελεγχόμενο εκδοτικό τοπίο (και δεν μιλάω μόνο για το ελληνικό εκδοτικό τοπίο). Αν κανείς σκεφτεί τα δέκα βιβλία που προχώρησαν κάπως την ελληνόγλωσση λογοτεχνία τα τελευταία διακόσια χρόνια, θα δει πως είτε ήσαν μεταθανάτιες εκδόσεις, είτε ουσιαστικά κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου, ως αυτοέκδοση των συγγραφέων τους (αρκεί κανείς να σκεφτεί τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη, τον πρώτο Σεφέρη, τον Εμπειρίκο, τον Πεντζίκη, τον Αναγνωστάκη, τον Καχτίτση, τον Αλεξάνδρου). Έχω την υποψία πως τα αντίστοιχα σημερινά μεγέθη θα τα ξαναβρώ σερφάροντας στο Net. Και προτιμώ χίλιες φορές το ανεξέλεγκτο Διαδίκτυο με τα ανεξέλεγκτα (πολλές φορές γοητευτικά) σκουπίδια του από την ελεγχόμενη (και εντέλει καθεστωτική) λογοτεχνία της αγοράς και των κλειστών ομάδων. (Ναι, ορθά το καταλάβατε, φίλοι: έλκομαι από τα ανεξέλεγκτα σκουπίδια, πιθανώς γιατί θέλω να ανήκω σε αυτά).

Στο τέλος αυτής της μικρής δημηγορίας (υπέρ της διαδικτυακής αυτοέκδοσης της λογοτεχνίας), ας διακινδυνεύσω και μια πρόβλεψη: σε λιγότερα από 20 χρόνια όλα τα σημαντικά βιβλία θα κυκλοφορούν και στο Ίντερνετ και όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς θα ενδιαφέρονται περισσότερο για την ελεύθερη διαδικτυακή κυκλοφορία του βιβλίου τους παρά για την έντυπη (η οποία σιγά-σιγά θα αφορά μονάχα τα βιβλία που διαβάζονται στην πλαζ). Νομίζω πως τα έντυπα βιβλία σταδιακά θα γίνουν μια συνήθεια του παρελθόντος – κάτι σαν τη βεντάλια που τόσο μάς γοητεύει σαν την ανοίγουμε και την κλείνουμε, αλλά δεν ξέρουμε να τη χρησιμοποιήσουμε (καθώς η χρήση της βεντάλιας έχει την εξαιρετικά ιδιαίτερη τέχνη της – άγνωστη πια σχεδόν σε όλους μας). Παρόλο που και εγώ ανήκω στον κόσμο του τυπωμένου βιβλίου, τούτη η εξέλιξη με χαροποιεί (για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω) και διόλου δεν με ανησυχεί: τα κείμενα, οι αφηγήσεις, οι ανθρώπινες ευαισθησίες, οι αγωνίες μας, ο τρόμος μας θα παραμείνουν. Μήτε ο ποιητής της Ιλιάδας μήτε ο Σοφοκλής, μήτε ο Ευριπίδης διανοούνταν τα τυπωμένα βιβλία – όσο κι αν μας φαίνεται απίστευτο, έγραφαν τα έπη τους και τις τραγωδίες τους για να ακουστούν σε ένα απόγευμα… Ωστόσο, τα κείμενά τους κυριάρχησαν στους αιώνες των βιβλίων και όλοι ξέρουμε πως θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στον καιρό του Διαδικτύου και της οθόνης (και του όποιου επερχόμενου μηχανισμού εκπομπής). […]


Δεν θα σας κουράσω περισσότερο, φίλες και φίλοι. Μονάχα να σας πω, αν δεν είναι κι αυτό περιττό, πως όλα μου τα βιβλία κι όλα μου τα κείμενα, ανεξάρτητα από την όποια έντυπη έκδοσή τους, ήδη είναι (και πλέον θα παραμείνουν) δημοσιευμένα ολόκληρα στο Ίντερνετ σε ελεύθερη διάθεση. Και αυτό θα προσπαθήσω να στέρξει για οποιοδήποτε άλλο γραπτό μου. Το είπα και πριν και μου αρέσει να το επαναλαμβάνω: έλκομαι από τα ανεξέλεγκτα σκουπίδια γιατί θέλω να ανήκω σε αυτά…


(Διαβάστηκε στην εκδήλωση με θέμα Αναζητώντας μια φυγόκεντρη λογοτεχνία που διοργανώθηκε στις 19.5.2007 από τη σειρά «Πεζογραφία» των εκδόσεων τυπωθήτω στα πλαίσια της 4ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Συμμετείχαν οι συγγραφείς των βιβλίων της σειράς, Κυριάκος Αθανασιάδης (Πανταχού Απών), Γιώργος Κεντρωτής (Βικέντιος Καρμπονάρος: Ο Συνονόματος), Ελισάβετ Βακαλίδου (Μπέτυ: Καπετάνιος της Ψυχής μου), Θανάσης Τριαρίδης (τα μελένια λεμόνια) και ο Γρηγόρης Βαλιανάτος).

 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...