Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Διήγημα : Η 6η Εντολή


της Ισμήνης Παφίτη *

Τα βλέφαρα της έχουν φουσκώσει. Κλαίει χωρίς δάκρυα πια. Οι βολβοί των ματιών της σαν να μην χωρούν στις κόγχες τους, είναι έτοιμοι να εκραγούν και σαν μπαλάκια να κάνουν γκελ στο σκούρο παρκέ.

Ησυχία!... Πρέπει να κάνει ησυχία! Ξεχνάει προ στιγμής ότι τα παιδιά της έχουν φύγει εδώ και χρόνια από το σπίτι και πως δεν υπάρχει πια λόγος να κρύβεται. Αυτός πρέπει να είναι ακόμα στο καθιστικό… Οι δείκτες του επιτοίχιου ρολογιού, της ακούγονται σαν σφυρί που κτυπά το σίδερο στ’ αμόνι. Ξαπλώνει στο κρεβάτι. Όχι στο αριστερό μάγουλο, πονάει!... Γυρνάει αργά από την άλλη. Το άσπρο σαν γάλα πρόσωπό της πάλι θα γέμιζε μελανιές. Έμαθε πια πως τα μωβ σημάδια δεν εμφανίζονται παρά την άλλη μέρα. Θα τα κάλυπτε με μακιγιάζ… Σιγά-σιγά θα κιτρίνιζαν και θα έφευγαν.

Κλείνει τα μάτια και δεν καταλαβαίνει αν πέφτει σε ύπνο ή αν λιποθυμά. Νιώθει το κορμί της να βυθίζεται σαν σε κινούμενη άμμο, αλλά την σκέψη της να καλπάζει. Στ’ αυτιά της ηχούν γέλια. Μόνο ήχους ακούει, δεν βλέπει τίποτα. Σε λίγο ακούγεται ήχος κυμάτων που σκάνε στην ακτή. Είναι κοντά στην θάλασσα, μπορεί να νιώσει την ζεστασιά του ήλιου στο κορμί της, τον αέρα στα μαλλιά της και την αλμύρα στα χείλη της. Χαμογελά, οι χτύποι της καρδιάς της γαληνεύουν ... Το όνειρο, αν είναι όνειρο που βλέπει, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που σχεδόν κάθε νύχτα τόσα χρόνια την στοιχειώνει, έναν εφιάλτη που την κάνει να ασφυκτιά και να ξυπνά λουσμένη στον ιδρώτα: ότι είναι μόνη της στην μέση μιας κρύας, ξέβαθης λίμνης. Γυμνή. Γύρω σκοτεινιά και κρύο, κανένα ζωντανό, μήτε ζώο, μήτε άνθρωπος… Κι αυτή να τρέμει, να μαζεύει το σώμα της σαν αγέννητο στην μήτρα, να θέλει να φωνάξει ''βοήθεια!'', αλλά όταν ανοίγει το στόμα, να μην βγαίνει μιλιά…

Όχι, όχι, μην γυρνάς εκεί! Μείνε στην ακτή!...

Εκεί τον είχε γνωρίσει, σε μια παραλία. Ήταν ο γόης της παρέας, όχι πως ήταν ιδιαίτερα όμορφος, είχε όμως κάτι που μαγνήτιζε. Μιλούσε και όλοι κρέμονταν από το στόμα του. Όλοι και κυρίως, όλες. Μα αυτός πρόσεξε εκείνη... Εκείνη που μόλις άρχιζε να ξεμυτίζει από το πατρικό της. Από το σπίτι που μεγάλωνε χωρίς χάδι και συμπόνια κι ας είχε γονείς.

Ονειρεύεται ή οι αναμνήσεις της αποφάσισαν να δώσουν παράσταση; Τώρα παρουσιάζονται και εικόνες… Τον βλέπει να την πλησιάζει με το ένα χέρι πίσω από την πλάτη. Το κεφάλι της σκύβει, αντικρίζει μόνο την βρεγμένη άμμο και μετά ένα ροζ μαγιάτικο τριαντάφυλλο που σχεδόν ακουμπά την μύτη της. Το άρωμά του,
της κόβει την ανάσα. Σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτάζει. Πρώτα αυτόν, μετά ξανά το τριαντάφυλλο. ''Τι όμορφο άνθος…'' Ψελλίζει.

…Ξυπνά απότομα. Αυτός φεύγοντας χτύπησε δυνατά πίσω του την εξώπορτα. Επίτηδες μάλλον. Ανακούφιση. Σηκώνεται, πλησιάζει το κομοδίνο και κάθεται ξανά στο κρεβάτι. Ανοίγει το συρτάρι του και βγάζει ένα κουτί… Τα θυμητάρια της: η πρώτη πιπίλα της κόρης της, τα δοντάκια που άλλαξαν και τα δυο της παιδιά, το πηλίκιο στρατού του γιου της, ένα βότσαλο από τα Χανιά που είχαν πάει διακοπές, χώμα απ’ το σπίτι της στην Κερύνεια που της το είχαν φέρει λίγο μετά που άνοιξαν τα οδοφράγματα, μια διπλωμένη, κιτρινισμένη σελίδα από εφημερίδα… Την παίρνει και την κλείνει στις παλάμες της. Μετά, χωρίς να την ανοίξει, την σκίζει με μανία σε όσο πιο μικρά κομμάτια μπορεί και αναφωνεί: ''Η αγγελία του γάμου μου… Ας γελάσω! Η αγγελία του θανάτου μου καλύτερα!''…

Τόσα χρόνια χαμένα, μια ζωή πεταμένη στα σκουπίδια. Πόσες φορές δεν είχε κρύψει τα αναφιλητά της σε ένα μαξιλάρι, πόσες φορές δεν είχε ευχηθεί να την απατήσει για να έχει αιτία να τον διώξει χωρίς να μπορεί κανείς να της βρει φταίξιμο και ειδικά τα παιδιά της!... Και τώρα στα εξήντα της που ΝΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΤΑ, τί κατάλαβε;;;

Εκείνος, όχι μόνο δεν ντράπηκε όταν του αποκάλυψε πριν από λίγο ότι τα ξέρει όλα, αλλά βγήκε και από πάνω. Το μένος του εναντίον της χειρότερο, η απαξίωση του ωμή, σαν να είναι δικό της το φταίξιμο που γερνάει. Άλλωστε πάντα αυτή έφταιγε για όλα...

Αδειάζει το κουτί. Οι θύμησες πέφτουν μία-μία στο πάτωμα με κρότο. Να και το ροζ τριαντάφυλλο… Πέφτει από το βιβλίο που το είχε βάλει για να το διατηρήσει πριν από 43 χρόνια. Διαλύεται ο ανθός, μένει μόνο το ξερό κοτσάνι... Αρχίζει να γελάει νευρικά. ''Αυτό είσαι! Αυτό ήσουν πάντα. Ένας στεγνός άνθρωπος μ’ αγκάθια που δεν αγάπησες ποτέ κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό σου… Γιατί να μην το δω Θεέ μου, γιατί;!''.

...Τελευταίος πέφτει από το κουτί ένας μικρός σουγιάς. Στην λαβή του χαραγμένο ένα χελιδόνι. Τον ανοίγει και με μάτια που λάμπουν τον σηκώνει ψηλά. Προσπαθεί να θυμηθεί ποιος της τον έχει δώσει, αλλά μάταια.

Οι μύες του προσώπου της αρχίζουν να συσπώνται, στα χείλη της σχηματίζεται ένα μειδίαμα και ξαφνικά αρχίζει να γελάει σαρκαστικά. Πρώτα μέσα από τα δόντια της, μετά δυνατά, έπειτα ακόμα πιο δυνατά . ''Έχετε όλοι λάθος!....Ένα χελιδόνι ΜΠΟΡΕΙ να φέρει την άνοιξη!''….

…Και τον κατεβάζει με μανία στους καρπούς της…


* Η Ισμήνη Παφίτη είναι αρχιτέκτονας, αλλά εκτός από κτίρια, της αρέσει να «σχεδιάζει» και ιστορίες…


 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...