Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Διήγημα : Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια


της Στέργιας Κάββαλου *

Ζωντανή σκόνη σε νεκρικά κύτταρα. Μέρες ακαθάριστο το σπίτι. Άδειο το μπουκάλι με τη χλωρίνη. Πρέπει να βρω άλλο τρόπο να σκοτώσω τις μικρές μου ζωές. 
Τα αλουμίνια έχουν δικλείδα ασφαλείας, μέχρι κι αυτά. Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη. Με την τρίτη μπορεί και να τα καταφέρει. Στέκομαι «ωραία κλειδωμένη» πίσω από παράθυρα που έχω να ανοίξω μέρες. Μια, δυο, τρεις, δεκατρείς και είμαι ακόμα στην προσπάθεια.

Δεν μου χρειάζονται γαλάζιοι ουρανοί που πετούν μέσα τους αεροπλάνα. Έχω έναν φοβικό σκούρο μπλε να με πλακώνει βράδυ-πρωί. Τα ουράνια τόξα του γίνονται κατηφορικές τσουλήθρες. Tα όργανά μου αγκυλώνονται στα χρώματα της ίριδας. Κάτι θρεμμένα αστέρια μασουλάνε όλο απληστία τις γενέθλιες ευχές μου. Δεν νιώθω πείνα.
Στο ψυγείο μέσα, τα σαγόνια του καρχαρία. Περνάω απ’ έξω, ακούω το σαρκικό παραμιλητό του και δεν έχω καμία ανάγκη πρωτεϊνικής ανταπόδοσης. Κλείνω το μάτι στο τσάι ροδάκινο τρόπο να βρει να κυλήσει μέσα μου. Ξηρασία. 
Η εποχή πάσχει από έλλειψη θαύματος. Όχι όμως και θύματος. Ξεπαγώνω πάντα από την κατάψυξη μερικά για τις ανάγκες των λεόντων. Άμα σωθούν τα κατεψυγμένα, θα αρχίζω να ακονίζω τις ντροπαλές μου άκρες φρέσκο πράμα να βάλω στο τραπέζι. Δεν ξέρω αν θα χορτάσουν με μένα τα ζωντανά. 
*
Στη δική μου οικογένεια  παλεύουμε με την ασιτία, σας εύχομαι να βρείτε άλλες πιο υγιείς. Σας παρακαλώ να μου πείτε και πού κατοικίζουν να πάω να τους κλέψω λίγες χαρούμενες καθημερινότητες κι ας μην έχω καθόλου χώρο για να τις βάλω-οι αποθήκες σώθηκαν. Στα μάτια μου χτυπάνε κόκκινοι συναγερμοί. Δεν ακούω τίποτα. Είμαι η σειρήνα της νέας εποχής, με τα αυτοάνοσα μάγια. Στην πλάτη μου αναπαύονται τόσοι και τόσοι υπνωτισμένοι λαοί. Στα τοιχώματα της κοιλιακής μου χώρας, χτυπάνε τα μαχητικά τους κεφάλια οι πολεμόχαροι. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να με γκρεμίσουν τα παρελθόντα.
Στο δρόμο οι κόσμοι σκοντάφτουν ημιγενναίοι σε συνειδήσεις. Κάποιοι ακόμα περιμένουν τον ερυθρό σταυρό για τσιρότα. Το μόνο ερυθρό είναι εκείνο της κοχλασμένης ντομάτας που κάνει τα ήμερα να μοιάζουν συνταγές μαγειρικής. Δεν έχω πια γεύση.
Η γιαγιά μου μασουλάει τα λόγια της, πως έζησε λέει δυο πολέμους. Της έχω νέα. «Ζούμε τον τρίτο και φαρμακερό». Υψώνει το κεφάλι της να ακούσει τα βομβαρδιστικά. Ησυχία. Παραμερίζει το κουρτινάκι της κουζίνας, πουθενά τανκς. Μόνο αυτοσχέδια σπιτικά ζητιανιάς, άρρωστες μυρωδιές δακρυγόνου, ποδοπατημένα ελευθεριακά πανό και πολλά κιλά Ζητάδων. Κάνω το σταυρό μου να βουλιάξουν στην άσφαλτο μαζί με τις μηχανές τους και μετά τον ξανακάνω μια δεύτερη που γίνομαι εκδικητική. Αλίμονο, μια φορά είπα κι εγώ να ταιριάξω με το κλίμα.
Ψάχνω σε νοητά λήμματα τη λέξη «οπισθοχώρηση» και απορώ γιατί σε κανένα δεν συνωνυμεί με τη γενναιότητα. Θυμάμαι τα τρεχαλητά μας γύρω από το Πολυτεχνείο. Να ζουν ακόμα τα μαύρα σταράκια των καταλήψεων; 
Μαχαιρώματα μετά τις συναυλίες, αλλοδαπά ξυλίκια, τυχαίες προσαγωγές, ρουφιάνοι συνελεύσεων, λευκά κελιά. Μέχρι τις φυλακές της Λάρισας είχαμε φτάσει για την πορεία. Όσο θυμάμαι, τόσο ανοίγουν τα μάτια μου. Ψάχνω στο συρτάρι του κομοδίνου για τη νεανική μου φύση. Πουθενά. Μέσα του μόνο λογαριασμοί. Ανεκπλήρωτοι, ανεξόφλητοι και καθόλου κλεισμένοι. Η αδικία τη σήμερον γράφεται με κρατικές πίξελ ειδοποιήσεις.
*
Οι μέρες είναι χυδαίες, νοσηρές και άγριες. Με απωθεί αυτή η ζωή όπως ο απογευματινός αέρας ενός παράθυρου αναγκάζει τα δαχτυλίδια καπνού να μπουν κι άλλο μέσα στο σπίτι. Βαραίνω μα δεν γειώνομαι -καταραμένοι νόμοι.
 Ξεφορτώνω τις γλάστρες από το χώμα τους με κουτάλι σούπας και είναι η πιο μεγάλη κίνηση όλης της μέρας μου. Λασπώνομαι μέχρι τους αστραγάλους. Αντίστροφη μέτρηση για την καταβύθιση στον πυρήνα της γης. Χαιρετώ μια πομπή από μυρμήγκια, γυαλίζω τα δόντια μου στα πολύτιμα υπόγεια πετράδια και βαριεστημένα ανοίγω τα μάτια μου στο χαμένο χρόνο.
Γίνομαι άνθρωπος άνευ προοπτικής. Όχι για το αύριο. Για το τώρα. Η ματαιότητα καμπανίζει στα αυτιά μου μαζί με τον ήχο που βγαίνει από τις κακές ειδήσεις. Κλείνω την τηλεόραση και πηγαίνω πίσω στις αναμνήσεις. Ακούω ένα γουργουρητό, είναι οι μύγες που στροβιλίζονται στα ταβάνια. Δεν τις φτάνω και τις ξεχνάω. Μα εκείνες φτιάχνουν εβένινο φωτοστέφανο και με ακολουθούν. Ορατές από τους πάντες, πλην εμού. Μου αρέσει αυτή η αφαίρεση. Να ακολουθείται το όνομά μου από την παύλα. Τη βάζω στην παλάμη μου, την καταπίνω χάπι και την κάνω εμετό. Δεν της αξίζω.
*
Ένα μωρό χωρίς γάλα κλαίει στην πόρτα μου. Βάζω λίγο σε μια καινούρια σύριγγα και την αφήνω στο χαλάκι. Ήθελα να είχα παραπανίσια ζωή να του δώσω να τη δοκιμάσει. Ήθελα; Πεσμένα φύλλα στο δρόμο. Φθινόπωρο στην εποχή. Κάτι μέσα μου φουσκώνει. Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια. Η επανάσταση ξεκινά από τη φύση και τις λέξεις. 
Μέσα στην κούνια, ένα τυπωμένο χαρτί. Κυκλώνω σε συννεφάκι το όνομα μου και ταξιδεύω πάνω από άγνωστες στέγες. Κάτι μέσα μου χοροπηδάει σχεδόν ευδαιμονικά. Κοίτα με καλά. Πατάω ελαφρά στον κόσμο μόνο με το βαφτιστικό μου και έχω τριγύρω μου όλες τις πιθανότητες. Η ανάσα μου πιο ζωηρή, πιο γρήγορη. Να μην αργήσω να ακουμπήσω την αλλαγή μου στο ημερολόγιο καταθλίψεως. Κάθε μεταβολή διάθεσης πρέπει να καταγράφεται.
Κάθε κίνηση. Κάποτε που πήγα να πετάξω πέτρα σε κάμερα, έπεσε στα πόδια μου. Από νηπιαγωγείου ποτέ δεν στοχεύσαμε μακριά. Ψείρες γέμιζε το κεφάλι σου και δεν το έλεγες στο διπλανό. Η όξινη λοσιόν μυστικό κλεισμένο στο δικό σου στόμα, στο δικό σου μαξιλάρι. Η μαμά μαζί με το σάντουιτς έδινε και την απαγόρευση. «Ό,τι συμβαίνει στο σπίτι, μένει στο σπίτι». Κι ας μάτωναν τα συμμαθητικά κεφάλια από τα ξυσίματα.
Κι ας ματώνουν τα οργισμένα κεφάλια από την καταστολή. Ο καθένας περιθάλπτει τις μαχητικές του πληγές στην άνεση της οικίας του. Κι εγώ αστράφτω. Επειδή στον πάγκο της κουζίνας φωσφορίζουν τα φλουό μου μαχαίρια. Τα παίζω στα δάχτυλα. Γρατζουνιέμαι από το παιχνίδι και τα παρατάω. Όμως όχι σήμερα, όχι.
Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια. Σκουντάω τις νέες λέξεις που γεννήθηκαν μέσα μου. Είναι ολοζώντανες. Πάω το χρόνο πίσω να δω τι με έφερε εδώ, στην έγκλειστή μου απόγνωση. Ένας φοβισμένος σωρός από ώρες ορθώνεται μπροστά μου. Όχι σωρός, ο σωρός είναι ανέμελος και αυτοσχεδιαστικός. Πύργος με τα τουβλάκια του μετρημένα, αριθμημένα, πολιτογραφημένα. Η απουσία έκπληξης συνωνυμεί με τον αργό θάνατο. Η απουσία τόλμης με την αργή ζωή. 
Θα δικαιώσω το ζόρικό μου αίμα. Θα πλύνω τα βρώμικα ρούχα. Να ξεπλυθεί το πένθος, να παντρευτούν τα χρώματα, να μαλακώσουν οι ίνες. Ανοίγω τον τηλεφωνητή, δέχομαι και πάλι μηνύματα. Δέχομαι άρα υπάρχω. Υπάρχω άρα ανησυχώ. Ανησυχώ άρα κινούμαι. Κινούμαι άρα αναζητώ. Αναζητώ άρα βρίσκω. Βρίσκω άρα χάνω; 
Τα φλουό μαχαίρια σχηματίζουν νέον γράμματα. Κανένας δεν είναι ταγμένος να λατρεύει τη ζωή. Κάποτε όμως ίσως γίνει πιστός σύμμαχός της.
Ακονίζω αντανακλαστικά, περιέργεια και αλληλεγγύη. Τώρα που η καρδιά μου χτυπάει πιο δυνατά, αύριο θα έχω πολλά να κάνω. Μη με ρωτήσεις πού χωράει η αγάπη. Σήμερα κυλάει στις γαλατένιες γουλιές που ρουφάει το άγνωστο μωρό της αγκαλιάς μου.

Η Στέργια Κάββαλου γεννήθηκε στην Αθήνα τον Μάρτη του 1982. Από τις εκδόσεις Τετράγωνο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων της «Αλτσχάιμερ trance» με την οποία ήταν Υποψήφια στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2011 του λογοτεχνικού περιοδικού “διαβάζω”, και το αφήγημα «Αρνητικό 13» (με τη Μαίρη Γεωργίου). Από το Ιπτάμενο Κάστρο, κυκλοφορούν τα παραμύθια της «Η κόκκινη πινέζα» και «Το μπλε τριαντάφυλλο» μέρη της σειράς τα “χρώματα… αλλιώς”. Ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση.

 
2013 | ιδεόστατο από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Deluxe Templates. WP by Masterplan
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...